Ἀπολυτίκιον, τῆς Πεντηκοστῆς Ἦχος πλ. δ' Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

1 Νο­εμ­βρί­ου 2015 - Κυ­ρια­κή κβ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 44
Κυ­ρια­κή κβ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν
Τῶν Ἁ­γί­ων Κο­σμᾶ καί Δα­μια­νοῦ τῶν ἀ­ναρ­γύ­ρων
1 Νο­εμ­βρί­ου 2015
(Α΄ Κορ. ιβ΄, 27 – ιγ΄ 7)

«Ἡ ἀ­γά­πη πάν­τα στέ­γει… οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει»

Ὕ­μνος τῆς ἀ­γά­πης, ἀ­δελ­φοί μου, ἔ­χει ὀ­νο­μα­στεῖ τὸ 13ο κε­φά­λαι­ο τῆς Α΄ πρὸς Κο­ριν­θί­ους ἐ­πι­στο­λῆς τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἡ πε­ρι­κο­πὴ ποὺ ἀ­κού­σα­με σή­με­ρα, ἑ­ορ­τὴ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων. Θε­ω­ρεῖ­ται, ὄ­χι ἄ­δι­κα, ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς ὡ­ραι­ό­τε­ρες σε­λί­δες στὴν παγ­κό­σμια φι­λο­λο­γί­α καὶ ὡς τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο κομ­μά­τι ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­γρα­ψε ὁ Ἀ­πό­στο­λος.

Ἡ ἀ­γά­πη σκε­πά­ζει ὅ­λες τὶς ἐλ­λεί­ψεις τοῦ πλη­σί­ον καὶ δὲν τὸν δι­α­πομ­πεύ­ει γι’ αὐ­τές. Αὐ­τὸς ποὺ ἀ­γα­πᾶ, συμ­βου­λεύ­ει καὶ ὑ­πο­δει­κνύ­ει στὸν ἀ­δελ­φό του τὰ σφάλ­μα­τά του ἀλ­λὰ πο­τέ δὲν τὰ δη­μο­σι­εύ­ει γιὰ νὰ τὸν ντρο­πια­σει μπρο­στα σὲ ἄλ­λους. Ἐ­νῶ ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ δι­εκ­δι­κεῖ τὰ δι­και­ώ­μα­τά του – γιὰ νὰ μὴν τὸν θε­ω­ροῦν καὶ βλά­κα ποὺ ὁ κα­θέ­νας μπο­ρεῖ νὰ τὸν κα­τα­φρο­νεῖ – ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ πρέ­πει νὰ θυ­σιά­ζει τὰ δι­και­ώ­μα­τά του.

Ἕ­νας νέ­ος παν­τρεύ­τη­κε, ἔ­βα­λε στε­φά­νι, ἔ­γι­νε πα­τέ­ρας. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζεῖ ὅ­πως πρῶ­τα. Ὅ­σο ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρος νοι­α­ζό­ταν μό­νο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Τώ­ρα θὰ θυ­σιά­σει τὰ προ­σω­πι­κά του. Τώ­ρα ἔ­χει γυ­ναῖ­κα, πρέ­πει νὰ νοι­ά­ζε­ται γι’ αὐ­τήν, γιὰ τὸ σπί­τι, γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ξο­δεύ­ει τὰ χρή­μα­τα μό­νο γιά τὸν ἑ­αυ­τό του. Θὰ πε­ρι­ο­ρί­σει τὶς ἀ­παι­τή­σεις του γιὰ τοὺς δι­κούς του.

Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει γιὰ μί­α κο­πέλ­λα ποὺ παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­γι­νε μά­να. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζεῖ ὅ­πως πρῶ­τα. Τώ­ρα ἔ­χει ἄν­τρα καὶ παι­διά. Θὰ θυ­σιά­σει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἀ­να­ψυ­χῆς, ἀ­κό­μα καὶ τοῦ ὕ­πνου καὶ θὰ κα­θί­σει στὸ προ­σκέ­φα­λο τοῦ παι­διοῦ της. Τὸ ἔρ­γο τῆς μά­νας εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι θυ­σί­α.

Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μά­να κα­λοῦν­ται νὰ κά­νουν θυ­σί­ες. Καὶ ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­ποῦν τὰ παι­διά τους, μπρο­στὰ σὲ ἄλ­λους δι­και­ο­λο­γοῦν τὶς πρά­ξεις τους, τὰ προ­στα­τεύ­ουν. Ἀλ­λὰ ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ ἡ ζω­ὴ του εἶ­ναι ταυ­τι­σμέ­νη μὲ τὴ θυ­σί­α, αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. Σὰν τὴ μά­να καὶ σὰν τὸν πα­τέ­ρα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Βε­βαί­ως καὶ θὰ κη­ρύ­ξει δη­μό­σια ἤ θὰ μι­λή­σει, θὰ συμ­βου­λεύ­σει τοὺς ἐ­νο­ρί­τες του ἰ­δι­ω­τι­κά. Πο­τέ ὅ­μως δὲν θὰ δη­μο­σι­ο­ποι­ή­σει τὶς συ­ζη­τή­σεις αὐ­τές, δὲν θὰ ζη­τή­σει δι­και­ώ­μα­τα. Τὰ δά­κρυ­α τῆς μά­νας, οἱ κό­ποι τοῦ πα­τέ­ρα, οἱ ἱ­δρῶ­τες τοῦ ἱ­ε­ρέ­α δὲν πλη­ρώ­νον­ται. Ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ δι­κή του ἀ­μοι­βή, ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς συ­νεί­δη­σης. Σ’ ἕ­να χω­ριό ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πάμ­πτω­χος δά­σκα­λος. «Τί κα­τά­λα­βες στὴ ζω­ή;» τὸν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος. «Ἔ­χω τὴ χα­ρὰ ὅ­τι ἐκ­παί­δευ­σα ὅ­λο τὸ χω­ριό». Ἠ­θι­κὴ ἀ­μοι­βή.

Ὅ­λα τὰ σκε­πά­ζει ἡ ἀ­γά­πη, ἡ ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη, ποὺ δὲν ζη­τᾶ ἀν­ταλ­λάγ­μα­τα. Ἡ ἀ­γά­πη ποὺ εἶ­χε στὴν καρ­διά του ὁ Ἅ­γιος Δι­ο­νύ­σιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος συγ­χώ­ρη­σε τὸ φο­νιὰ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του, τὸν ἔ­κρυ­ψε γιὰ νὰ τὸν προ­στα­τέ­ψει ἀ­πὸ τὸν ὄ­χλο,τὸν προ­μή­θευ­σε μὲ τρό­φι­μα καὶ νε­ρὸ καὶ τὸν ἔ­στει­λε μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­χὴ ἐ­κεί­νη γιὰ νὰ τὸν γλυ­τώ­σει.

Ἡ ἀ­γά­πη οὐ­δέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει. «Οὐ­δέ­πο­τε παύ­ε­ται», λέ­γει ὁ Θε­ό­φρα­στος. Εἶ­ναι λου­λού­δι τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ πέ­τα­λα δὲν πέ­φτουν πο­τέ. Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­μέ­νει καὶ με­τὰ τὸ θά­να­τό μας. Τὰ αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θὰ εἶ­ναι ἀ­νε­ξάν­τλη­τα καὶ δὲν μοιά­ζουν μὲ ἕ­να πουγ­κὶ χρυ­σᾶ νο­μί­σμα­τα ποὺ τὰ παίρ­νου­με μί­α φο­ρά καὶ ἐ­ξαν­τλοῦν­ται. Χω­ρὶς τέ­λος καὶ πάν­το­τε ὁ σω­σμέ­νος χρι­στια­νὸς θὰ βρί­σκε­ται σὲ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μὲ τὸ Θε­ό. «Τώ­ρα, στὴν πα­ροῦ­σα ζω­ὴ μέ­νουν ἡ πί­στη, ἡ ἐλ­πί­δα καὶ ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὰ τὰ τρί­α. Με­γα­λύ­τε­ρη δὲ ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη», μᾶς λέ­γει ὁ Θεῖ­ος Παῦ­λος κλεί­νον­τας τὸ κε­φά­λαι­ο. «Τῆς συν­τε­λεί­ας ἐλ­θού­σης ἡ μὲν πί­στις καὶ ἡ ἐλ­πὶς παυ­θή­σον­ται… ἡ δὲ ἀ­γά­πη μέ­νει, κρα­ται­ο­τέ­ρα γι­νο­μέ­νη καὶ σφο­δρο­τέ­ρα», σύμ­φω­να μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ Ζι­γα­βη­νοῦ. Ἡ πί­στη φεύ­γει ὅ­ταν μὲ τὰ μά­τια μας θὰ δοῦ­με τὸ Θε­ό. Θὰ γί­νει αὐ­το­ψί­α καὶ δὲν θὰ χρει­ά­ζε­ται πλέ­ον ἡ πί­στη. Ἡ ἐλ­πί­δα θὰ πε­ρά­σει ἀ­φοῦ θὰ μᾶς δο­θοῦν ἐ­κεῖ­να στὰ ὁ­ποῖ­α τώ­ρα ἐλ­πί­ζο­με. Ἡ ἀ­γά­πη ὅ­μως θὰ πα­ρα­μέ­νει καὶ θὰ αὐ­ξά­νε­ται σὲ τέ­λει­ο βαθ­μό. Ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἡ καρ­διά τους εἶ­ναι γε­μά­τη ἀ­πὸ ἀ­γά­πη, προ­σεγ­γί­ζουν πρὸς τὴν τε­λει­ό­τη­τα. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Καὶ ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ Θε­ὸς πρό­κει­ται νὰ φα­νεῖ «κα­θώς ἐ­στι», πρό­σω­πον πρὸς πρό­σω­πον, πα­ρα­μέ­νει σὲ ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ ἡ ἀ­γά­πη.

Ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶ­με εἰ­λι­κρι­νά, θὰ προ­στα­τεύ­ου­με τοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας καὶ πάν­τα, μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ θὰ ἀρ­χί­σου­με νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Πα­ρα­δεί­σου ἀ­πὸ τὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: