Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (2015)

Ἀρ. Πρωτ.: 2566
Ἀρ. Διεκπ.: 1279

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
ΑΡ. 21

Πρός
τόν Ἱερόν Κλῆρον
καί τόν εὐσεβῆ λαόν
τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

«Θεός ὤν εἰ­ρή­νης, Πα­τήρ οἰ­κτιρ­μῶν, τῆς με­γά­λης Βουλῆς Σου τόν Ἄγ­γε­λον, εἰ­ρή­νην πα­ρε­χό­με­νον, ἀ­πέ­στει­λας ἡ­μῖν, ὅ­θεν, θε­ο­γνω­σίας πρός φῶς ὁ­δη­γη­θέν­τες, ἐκ νυ­κτός ὀρ­θρί­ζον­τες, δο­ξο­λο­γοῦ­μεν σε, Φι­λάν­θρωπε».

«Θεός ὤν εἰ­ρή­νης...»

Ἀ­γα­πη­τὰ ἐν Χρι­στῷ παι­διὰ μου!

Ὁ Θεός, πού εἶ­ναι τό κέν­τρο καί ὁ ἄ­ξο­νας τῆς ἱ­στο­ρίας, ἐν­σαρ­κώ­νε­ται. «Δόξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θεώ καί ἐπί γῆς εἰ­ρήνη, ἐν ἀν­θρώ­ποις εὐ­δο­κία» ἔ­ψα­λαν οἱ ἄγ­γε­λοι τήν νύ­κτα τῆς Γεν­νή­σεως. «Ὁ Χρι­στός ἐ­στίν ἡ εἰ­ρήνη ἡ­μῶν», θά γρά­ψει ἀρ­γό­τερα ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, δι­ότι μέ τήν πα­ρου­σία Του εἰ­ρη­νεύει τήν τα­ρα­γμένη συ­νεί­δησή μας, συμ­φι­λι­ώ­νει τόν πε­σόντα ἄν­θρωπο μέ τόν Θεό Πα­τέρα καί συ­να­δελ­φώ­νει τούς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Ἀ­πό­στο­λος προ­τρέ­πει τούς μα­θη­τές του λέ­γον­τας: «ὁ Θεός τῆς εἰ­ρή­νης μετά πάν­των ὑ­μῶν» (Ρωμ. 15, 33).

Ἡ εἰ­ρήνη εἶ­ναι τό πρῶτο δῶρο τοῦ τε­χθέν­τος Κυ­ρίου μας πρός τήν ἀν­θρω­πό­τητα. Κάθε φορά πού τε­λοῦμε τήν Θεία Λει­τουρ­γία, ἑ­νώ­νουμε τίς δε­ή­σεις μας μέ τίς ἀγ­γε­λι­κές ὑ­περ­κό­σμιες δο­ξο­λο­γίες: «Ἄγ­γε­λον εἰ­ρή­νης, πι­στόν ὁ­δη­γόν, φύ­λακα τῶν ψυ­χῶν καί τῶν σω­μά­των ἡ­μῶν, παρά τοῦ Κυ­ρίου αἰ­τη­σώ­μεθα». Δε­ό­μεθα «ὑ­πέρ τῆς ἄ­νω­θεν εἰ­ρή­νης» καί «ὑ­πέρ τῆς εἰ­ρή­νης τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου»«Εἰ­ρήνη πᾶσι» λέ­γει ὁ λει­τουρ­γός ἱ­ε­ρέας, ὑ­ψώ­νον­τας τό δεξί του χέρι εἰς τύ­πον καί τό­πον Χρι­στοῦ καί εὐ­λο­γεῖ ἐξ ὀ­νό­μα­τός Του τήν ἐκ­κλη­σι­α­στική κοι­νό­τητα.

Ἦλθε ὁ Χρι­στός στή γῆ γιά νά φέ­ρει τήν εἰ­ρήνη. Δέν ἦλθε γιά νά κρί­νει, ἀλλά γιά νά σώ­σει τόν ἄν­θρωπο. Δέν ἦλθε νά ἐ­λέγ­ξει, ἀλλά νά δι­δά­ξει καί νά συγ­χω­ρή­σει. Γιά τήν Ἐκ­κλη­σία, ἡ εἰ­ρήνη δέν συ­νι­στᾶ ἀ­σαφῆ ἔν­νοια ἤ σκι­ῶ­δες ἰ­δε­ο­λό­γημα. Δέν εἶ­ναι τύ­πος ἤ γράμμα, ἀλλά τό συγ­κε­κρι­μένο πρό­σωπο τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι ἡ πρα­γμα­τική εἰ­ρήνη, τήν ὁ­ποία ἐ­πι­ζη­τοῦμε πάν­τοτε, ὥ­στε νά γί­νον­ται τά πάντα καινά. Ὁ ἴ­διος εἶχε πεῖ: «Εἰ­ρή­νην τήν ἐ­μήν δί­δωμι ὑ­μῖν» (Ἰω. 14, 27).

Ὅ­ποιος τήν γνω­ρί­σει ἤ του­λά­χι­στον τήν γευ­θεῖ πρω­ταρ­χικά, οὐ­σι­α­στικά εἰ­ρη­νεύει πρός τόν ἑ­αυτό του. Ἀ­να­κα­λύ­πτει μέσα του τόν βα­θύ­τερο πυ­ρήνα πού τόν συν­δέει μέ τόν Δη­μι­ουργό του παν­τός καί τήν πηγή κάθε ἀ­γα­θοῦ. Ἀ­να­γνω­ρί­ζει τά λάθη του καί ἐ­πι­στρέ­φει στόν Θεό, ὁ ὁ­ποῖος δέν κρί­νει ὅ­πως οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλλά μᾶς δέ­χε­ται κοντά του μέ ἀ­γάπη. Κα­νείς καλ­λι­τέ­χνης δέν ἀν­τέ­χει νά βλέ­πει τό ἔργο του κα­τε­στραμ­μένο ἤ πα­ρα­ποι­η­μένο. Κτί­σμα καί εἰ­κόνα Θεοῦ εἶ­ναι καί ὁ ἄν­θρω­πος, πλήν ὅ­μως εὐ­τε­λι­σμένη καί πε­σμένη. Ἦλθε κοντά μας γιά νά μᾶς ἀ­νυ­ψώ­σει στά φι­λάν­θρωπα χέ­ρια Του καί νά μᾶς ὁ­δη­γή­σει στήν ἁ­γία Του Ἐκ­κλη­σία. Δι­ότι δέν εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σία ἀν­θρώ­πινο κα­τα­σκεύ­α­σμα γιά νά κα­τοι­κεῖ ὁ Θεός, ἀλλά θε­ϊκό κα­θί­δρυμα, γιά νά προ­σέλ­θει ἐν­τός Αὐ­τῆς ὁ ἄν­θρω­πος καί νά ἀ­νεύ­ρει τήν εἰ­ρήνη, τήν ζωή «καί πε­ρισ­σόν αὐ­τῆς».

Ἡ εἰ­ρήνη εἶ­ναι κάτι πού ὅ­λοι μας στε­ρού­μεθα. Εἶ­ναι αἰ­ω­νίως ἐλ­λεί­πουσα. Κι Ἐ­κεῖ­νος ὁ ὁ­ποῖος γεν­νᾶ­ται στό τα­πεινό σπή­λαιο τῆς Βη­θλεέμ δέν εἶ­ναι κά­ποιος κοι­νός ἐγ­γυ­η­τής της. Στό θε­αν­δρικό πρό­σωπο τοῦ Κυ­ρίου εὑ­ρί­σκουμε τήν εἰ­ρήνη ἐν­σαρ­κω­μένη. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος το­νί­ζει πρός τούς Ἐ­φε­σί­ους ὅτι «Αὐ­τός ἐ­στίν ἡ εἰ­ρήνη ἠ­μῶν»: «ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ἡ εἰ­ρήνη μας, ὁ ὁ­ποῖος συ­νέ­νωσε τά δύο μέρη καί κα­τέρ­ριψε τό με­σό­τοιχο τοῦ φρα­γμοῦ, δη­λαδή τήν ἔ­χθρα, ἀ­φοῦ κα­τήρ­γησε διά τῆς σαρ­κός του τόν νόμο τῶν ἐν­το­λῶν πού συ­νί­στατο σέ δι­α­τα­γές, γιά νά δη­μι­ουρ­γή­σει στόν ἑ­αυτό του ἀπό τά δύο μέρη ἕνα νέο ἄν­θρωπο καί νά φέ­ρει εἰ­ρήνη καί νά συμ­φι­λι­ώ­σει μέ τόν Θεό καί τά δύο μέρη σ’ ἕνα σῶμα διά τοῦ σταυ­ροῦ, μέ τόν ὁ­ποῖο θα­νά­τωσε τήν ἔ­χθρα. ... Ὥ­στε λοι­πόν δέν εἶ­στε πλέον ξέ­νοι καί πα­ρε­πί­δη­μοι, ἀλλά συμ­πο­λί­τες τῶν ἁ­γίων καί οἰ­κεῖοι του Θεοῦ, δι­ότι ἔ­χετε οἰ­κο­δο­μη­θεῖ πάνω στό θε­μέ­λιο τῶν ἀ­πο­στό­λων καί τῶν προ­φη­τῶν, τοῦ ὁ­ποίου ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­ναι ὁ ἀ­κρο­γω­νι­αῖος λί­θος».

Παν­τοῦ καί πάν­τοτε ἡ εἰ­ρήνη εἶ­ναι ση­μεῖο τῆς πα­ρου­σίας τοῦ Θεοῦ. «Εἰ­ρήνη ὑ­μῖν» εἶ­ναι ὁ κοι­νό­τε­ρος χαι­ρε­τι­σμός Του. Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ἡ εἰ­ρήνη ἡ­μῶν καί ὁ Μέ­γας Βα­σί­λειος προ­σθέ­τει, ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τούς Ψαλ­μούς: «ὁ ζη­τῶν εἰ­ρή­νην Χρι­στόν ἐκ­ζη­τεῖ», ἀ­φοῦ Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι πού ἔ­φερε τήν εἰ­ρήνη ἀ­νά­μεσα στά «ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς» καί «τά ἐπί τῆς γῆς». Τό σω­τή­ριο τοῦτο μή­νυμα ἐ­πι­μαρ­τυ­ρεῖ­ται στή ζωή τοῦ Ἰ­δίου, πάν­των τῶν Ἁ­γίων καί ὅ­λων ὅ­σοι Τόν ἐ­δέ­χθη­σαν καί εἰ­ρή­νευ­σαν οἱ καρ­διές τους. «Ἄρ­χοντα εἰ­ρή­νης» Τόν ὀ­νο­μά­ζει ὁ Προ­φή­της Ἠ­σα­ΐας. Τήν εἰ­ρήνη πού προ­σφέ­ρει στόν ἄν­θρωπο ὁ Μέ­γας Βα­σί­λειος τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς τήν «τε­λει­ο­τάτη τῶν εὐ­λο­γιῶν». Ἀ­κόμη καί τό σύμ­παν δι­α­τη­ρεῖ­ται σέ ἰ­σορ­ρο­πία καί ἁρ­μο­νία μέ τήν ἐ­πι­στα­σία τοῦ Ἁ­γίου Πνεύ­μα­τος. Ἡ Σο­φία τοῦ Θεοῦ συ­νέ­χει ἐν εἰ­ρήνῃ ὁ­λό­κληρη τήν κτίση.

Ὁ Χρι­στός μέ τήν γέν­νηση, τήν δι­δα­σκα­λία του, τήν πο­ρεία, τήν θυ­σία καί τήν πα­ρου­σία του στή γῆ ἕνα σκοπό εἶχε: νά ἑ­νώ­σει καί νά εἰ­ρη­νεύ­σει τούς ἀν­θρώ­πους μέ τόν Θεό. Καί τοῦτο ὄχι μέ κά­ποιον ἀ­φη­ρη­μένο θε­ω­ρη­τικό τρόπο, ἀλλά μέ τήν ἴ­δια του τήν σάρκα. Ἡ σάρκα τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι τό Σῶμα τῆς Ἐκ­κλη­σίας πού τήν ἁ­γί­ασε μέ τό τί­μιο Αἷμα Του. Στήν Ἐκ­κλη­σία ἔ­γινε πρα­γμα­τι­κό­τητα ἡ εἰ­ρη­νική ἕ­νωση τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρ­χικά τῶν Ἰ­ου­δαίων καί τῶν Ἐ­θνι­κῶν, τῶν Ποι­μέ­νων καί τῶν Μά­γων, «ἐν ἑνί σώ­ματι τῷ Θεῶ». Ὅ­ταν ὁ Κύ­ριός μας ἐ­γεν­νήθη, ὅ­ταν ἐ­δί­δαξε, ἐ­θαυ­μα­τούρ­γησε καί ἐν τέ­λει ἅ­πλωσε τά ἄ­χραντα χέ­ρια του στόν Σταυρό, συμ­πε­ρι­έ­λαβε ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους σέ μία ποί­μνη, μία κοι­νω­νία, μία κοινή πί­στη, ἕνα Σῶμα, ἕνα ἅ­γιο ναό, τήν Ἐκ­κλη­σία Του, πού ξε­κινᾶ ἀπό ἐδῶ, περνᾶ τούς οὐ­ρα­νούς καί φθά­νει μέ­χρι τά ἅ­για τῶν ἁ­γίων του Παν­το­κρά­το­ρος Θεοῦ. Τό οἰ­κο­δό­μημα τῆς Ἐκ­κλη­σίας δέ­χε­ται ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, τούς ἀ­να­βι­βά­ζει σέ συγ­κα­τοί­κους τῶν Ἁ­γίων καί τῶν Ἀγ­γέ­λων, μέ πρῶ­τον ἀ­νά­μεσά τους τόν Δο­μή­τορά Της καί συγ­χρό­νως ἀ­κρο­γω­νι­αῖο λίθο πού στη­ρί­ζει, συγ­κρο­τεῖ καί ἁ­γι­ά­ζει ὅλα τά μέλη, τόν Χρι­στό. Κι Ἐ­κεῖ­νος, ὡς Μέ­γας Ἀρ­χι­ε­ρεύς, μᾶς κά­νει κοι­νω­νούς τοῦ κα­τοι­κη­τη­ρίου τοῦ Θεοῦ Πα­τρός Του, μέσα στήν εἰ­ρη­νεύ­ουσα ζω­ο­ποιό Χάρη τοῦ Πα­να­γίου Πνεύ­μα­τος.

Ὑ­πήρ­ξαμε ἐ­ξό­ρι­στοι του Πα­ρα­δεί­σου καί ἀ­πο­κομ­μέ­νοι τῆς θείας ἀ­γά­πης. Στό πρό­σωπο τοῦ Ἀ­δάμ δι­ερ­ρή­ξαμε τή σχέση μας μέ τόν Θεό. Ὅ­μως ἐ­γεν­νήθη Χρι­στός καί ἀ­νέ­τρεψε τά πάντα. Κα­τήρ­γησε τήν ἀ­πό­σταση πού χω­ρί­ζει τόν ἄν­θρωπο ἀπό τόν Θεό καί ἀ­ξί­ωσε τήν ἀν­θρώ­πινη φύση νά ἑ­νω­θεῖ μέ τήν θεία. Ἀ­πάλ­λαξε τήν ἀν­θρω­πό­τητα ἀπό τόν Νόμο πού χώ­ριζε κί­βδηλα τους ἀν­θρώ­πους σέ Ἰ­ου­δαί­ους καί Ἐ­θνι­κούς, ἁ­μαρ­τω­λούς καί ἐ­νά­ρε­τους. Πλέον δέν εἴ­μα­στε ξέ­νοι με­ταξύ μας, ἀλλά ἀ­δελ­φοί ἐν Χρι­στῷ καί συμ­πο­λί­τες τῶν Ἁ­γίων. Καί ὅ­λοι ἐ­μεῖς οἱ νε­κροί καί ἀ­πο­στε­ρη­μέ­νοι ἀπό ἀ­γάπη, ἀπό πί­στη, ἀπό ἐλ­πίδα, ἀπό ἐ­λευ­θε­ρία, ἀπό δι­και­ο­σύνη, ἀπό ἀ­λή­θεια, ἀπό ζωή, ἐ­ξήλ­θαμε στό φῶς τῆς Γεν­νή­σεως καί τῆς ἐ­λεύ­σεως τῆς εἰ­ρή­νης ἐν τῷ κό­σμω.

Δυ­στυ­χῶς, ἡ εἰ­ρήνη γιά τήν λο­γική του κό­σμου εἶ­ναι μία εἰ­ρήνη ἀ­νέ­φι­κτη, πού τε­λεῖ δι­αρ­κῶς ὑπό δι­α­πρα­γμά­τευση, ὑπό προ­ϋ­πο­θέ­σεις, ἀ­στε­ρί­σκους καί ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις, μία ἐν­τός εἰ­σα­γω­γι­κῶν εἰ­ρήνη. Οἱ σχέ­σεις μας δο­κι­μά­ζον­ται διά πυ­ρός καί σι­δή­ρου. Στό ὄ­νομά της κα­τα­κυ­ρι­εύ­ον­ται ἔ­θνη, ἐ­δάφη, ἄν­θρω­ποι, ψυ­χές καί συ­νει­δή­σεις. Τήν ἴ­δια τήν εἰ­ρήνη τήν θε­ω­ρεῖ ὁ πο­νη­ρός ἰ­δι­ο­κτη­σία του καί τήν ἰ­δι­ο­ποι­εῖ­ται. Ὁ Θεός τῆς εἰ­ρή­νης, ὅ­μως, κα­θώς ψάλ­λε­ται στήν ὑ­μνο­λο­γία τῆς με­γά­λης Ἑ­ορ­τῆς πού πλη­σι­ά­ζει, ὀ­νο­μά­ζει υἱ­ούς Του τούς εἰ­ρη­νο­ποι­ούς τοῦ κό­σμου καί μα­κα­ρί­ζει τούς πρά­ους ἀ­πο­κα­λών­τας τους κλη­ρο­νό­μους τῆς γής. Ὁ Χρι­στός κο­μί­ζει τήν εἰ­ρήνη πού πη­γά­ζει ἀπό τήν καρ­διά μας, γιά νά ἁ­πλω­θεῖ παν­τοῦ· τήν εἰ­ρήνη τῶν γνή­σιων τέ­κνων τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁ­ποία δέν χω­ρί­ζε­ται ἀπό τόν ἴ­διο τόν Χρι­στό. Ὁ ἄν­θρω­πος πού ἀ­γαπᾶ οὐ­σι­α­στικά τόν Χρι­στό δέν ἔ­χει ἐ­χθρούς, δι­ότι δέν ὑ­πάρ­χει κάτι πού νά τόν χω­ρί­ζει ἀπό τόν Θεό καί τόν συ­νάν­θρωπό του. Ζεῖ ἁρ­μο­νικά μέ τόν ἑ­αυτό του, μέ τούς ἄλ­λους, μέ ὁ­λό­κληρη τήν φύση γύρω του.

Ἡ εἰ­ρήνη τοῦ Θεοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ δω­ρεά καί καρπό τοῦ Ἁ­γίου Πνεύ­μα­τος. «Ἐ­κτός ἐ­νερ­γείας τοῦ Ἁ­γίου Πνεύ­μα­τος εἰ­ρήνη οὐχ εὑ­ρί­σκε­ται», λέ­γει ὁ Μᾶρ­κος ὁ Ἀ­σκη­τής. Πρό­κει­ται ἑ­πο­μέ­νως περί πνευ­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρίας ἡ ὁ­ποία εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτη γιά τόν ἀν­θρώ­πινο νοῦ (Φι­λιπ. 4, 7). Τῆς εἰ­ρή­νης τοῦ Θεοῦ «οὐκ ἔ­στιν ὅ­ριον» (Ἡσ. 9, 7). Εἶ­ναι ἐ­κείνη πού ἐ­πι­κρα­τεῖ ἀ­κόμη καί στίς δο­κι­μα­σίες, δί­δον­τας τήν ἐ­νί­σχυση τῆς καρ­τε­ρίας καί τῆς ἐλ­πί­δος. Αὐτή τήν εἰ­ρήνη, ἡ ὁ­ποία «ἥ­νωσε τά τό πρίν δι­ε­στῶτα», τήν κλο­νι­σμένη σχέση τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θεό, καί «κα­τέ­λυσε τό με­σό­τοι­χον τοῦ φρα­γμοῦ», ἔ­φερε ὁ Χρι­στός στόν κό­σμο. Κάθε λαός ἔ­χει τήν γλώσσα του, τήν ἱ­στο­ρία του, τίς πα­ρα­δό­σεις του. Ὅ­λοι μαζί ὅ­μως ἀ­πο­τε­λοῦν ἐν εἰ­ρήνῃ τήν Ἐκ­κλη­σία, τήν κοινή «ἐν οὐ­ρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς» Βα­σι­λεία τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς ὁ­ποίας «οὐκ ἔ­σται τέ­λος». Ἡ Βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ δέν στη­ρί­ζε­ται στήν ἰ­δι­ο­κτη­σία ἀ­γα­θῶν οὔτε εἶ­ναι «βρῶ­σις καί πό­σις, ἀλλά δι­και­ο­σύνη καί εἰ­ρήνη καί χαρά ἐν πνεύ­ματι ἁ­γίῳ» (Ρωμ. 14,17). «Οὐ γάρ ἐ­στιν ἀ­κα­τα­στα­σίας ὁ Θεός ἀλλά εἰ­ρή­νης» (Α΄ Κορ. 14, 33). Ἡ σύγ­χυση, ἡ ἐμ­πά­θεια, ἡ ὑ­πο­κρι­σία, ἡ ἀ­νει­λι­κρί­νεια, ἡ ἔλ­λειψη ἀ­γά­πης, οἱ ἐ­γω­κεν­τρι­κές ἐμ­μο­νές, ἡ ἀ­δυ­να­μία συγ­χώ­ρη­σης φα­νε­ρώ­νουν ἐ­σω­τε­ρική ἀ­κα­τα­στα­σία τῆς ψυ­χῆς πού εἶ­ναι ἀ­συμ­βί­βα­στη μέ τό εἰ­ρη­νικό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ πο­νη­ρός εἶ­ναι πνεῦμα μί­σους, πο­λέ­μου, ἔ­χθρας, ἔ­ρι­δος καί ἀ­να­τα­ρα­χῆς, ἐνῶ ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θεός τῆς εἰ­ρή­νης.

Ὅλα τά ἄλλα ἀ­γαθά δέν ἔ­χουν νό­ημα, ἐάν ἀ­που­σι­ά­ζει ἡ εἰ­ρήνη. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σίας πα­ρο­μοι­ά­ζουν τήν βα­σι­λεία τῶν οὐ­ρα­νῶν μέ εὔ­διο καί γα­λή­νιο λι­μένα πέ­ραν τοῦ κλύ­δω­νος καί τῆς τα­ρα­χῆς τῶν κυ­μά­των. Δι­δά­σκουν ὅτι ὁ Χρι­στός μᾶς ἔ­φερε εἰ­ρήνη μέ τόν Θεό, εἰ­ρήνη μέ τόν ἑ­αυτό μας καί εἰ­ρήνη μέ τούς ἀν­θρώ­πους. Εἰ­ρήνη μέ τόν Θεό, ὅ­ταν φυ­λάτ­τουμε τίς ἐν­το­λές του, οἱ ὁ­ποῖες δέν εἶ­ναι βε­βαίως κοινά ἠ­θικά πα­ραγ­γέλ­ματα ἤ ρυ­θμι­στικά προ­στά­γματα. Εἰ­ρήνη μέ τόν ἑ­αυτό μας, ὅ­ταν ἔ­χουμε εἰ­ρήνη στήν ψυχή μας, καί εἰ­ρήνη μέ τούς ἄλ­λους, ὅ­ταν κά­νουμε τά πάντα γιά νά εἰ­ρη­νεύ­σουμε μέ τούς ἀ­δελ­φούς μας καί δέν τούς προ­ξε­νοῦμε προ­σκόμ­ματα. Ἡ εἰ­ρήνη αὐτή εἶ­ναι τό οὐ­σι­ω­δέ­στερο πε­ρι­ε­χό­μενο τῆς προ­σω­πι­κῆς μας σχέ­σεως μέ τόν Θεό, τούς ἀν­θρώ­πους καί τόν κό­σμο πού μᾶς πε­ρι­βάλ­λει. Καί αὐ­τός ὁ πνευ­μα­τι­κός δε­σμός, μόνο ὅ­ταν ἀ­να­λύ­ε­ται σέ σχέ­σεις εἰ­ρή­νης, κοι­νω­νίας, ἐ­λευ­θε­ρίας καί σύμ­πνοιας, πλη­ρό­τη­τος καί ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τος, ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται ἀ­λη­θινά καί ὁ­δη­γεῖ στόν αὐ­θεν­τικό μας προ­ο­ρι­σμό. Εἰ­ρήνη θά πεῖ νά ἐκ­φρα­ζό­μα­στε ἐκ­κλη­σι­α­στικά, νά λει­τουρ­γοῦμε ἀπό κοι­νοῦ μέ ἐ­λευ­θε­ρία, ἔμ­πνευση καί ἀ­γάπη καί ὄχι νά με­ρι­μνᾶμε ἀ­πο­κλει­στικά πρός ἴ­διον ὄ­φε­λος, ὅ­πως οἱ δι­αι­ρέ­τες τοῦ ἄρ­ρα­φου χι­τῶ­νος τοῦ Κυ­ρίου.

Ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος το­νί­ζει ὅτι «τοῦ μο­νο­γε­νοῦς ἔρ­γον ἐ­γέ­νετο τοῦτο, συ­να­γα­γεῖν τά δι­ε­στῶτα καί κα­ταλ­λά­ξαι τά ἐκ­πε­πο­λε­μω­μένα», δηλ. ἔργο τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν νά ἑ­νώ­σει τά χω­ρι­σμένα καί νά εἰ­ρη­νο­ποι­ή­σει ὅσα πο­λε­μοῦν με­ταξύ τους. Ἕ­νας ἄλ­λος ἑρ­μη­νευ­τής, ὁ ἱ­ε­ρός Θε­ο­φύ­λα­κτος, θά πεῖ πώς εἰ­ρη­νο­ποιός εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού ἐ­πι­στρέ­φει τούς ἐ­χθρούς του Θεοῦ κοντά Του. Κι ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­κόμη ἀπό τούς με­γά­λους θε­ο­λό­γους ἀ­σκη­τές, ὁ ἀβ­βᾶς Ἰ­σαάκ ὁ Σύ­ρος, λέ­γει ὅτι ὅ­ποιος εἰ­ρη­νεύ­σει μέ τόν ἑ­αυτό του, θά εἰ­ρη­νεύ­σει μαζί του ὁ οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ.

Γι­νό­μα­στε πρᾶοι καί εἰ­ρη­νο­ποιοί μέ τήν προ­σευχή, μέ τήν ὑ­πο­χώ­ρηση, μέ τήν ἀ­γα­θό­τητα, μέ συγ­κε­κρι­μέ­νες πρά­ξεις. Χρει­ά­ζε­ται πάν­τοτε ἀ­γώ­νας γιά νά δι­α­τη­ροῦμε φω­τει­νές τίς ψυ­χές μας καί νά μήν φτω­χαί­νουμε πνευ­μα­τικά μπρο­στά στά ἀ­δι­έ­ξοδα καί τίς σύγ­χρο­νες εἰ­κό­νες τοῦ ᾅ­δου. Ἡ ψυ­χική τυ­φλό­τητα, ἡ μα­νία καί ἡ ὑ­πε­ρο­ψία τῆς ἰ­σχύος τῶν ὅ­πλων εἶ­ναι ἀ­πό­τοκα τῆς ἀ­πό­λυ­της ἀ­πο­μά­κρυν­σης τοῦ ἀν­θρώ­που ἀπό τόν Θεό, ἡ ὁ­ποία προ­ξε­νεῖ θη­ρι­ω­δίες καί ἱ­στο­ρικά ἀ­νο­σι­ουρ­γή­ματα. Ἡ τρα­γι­κό­τητα τοῦ πο­λέ­μου κα­ταρ­ρα­κώ­νει τούς ἀν­θρώ­πους καί τούς κα­τα­βι­βά­ζει στό ἐ­πί­πεδο ἀ­πρό­σω­πων ἀ­τό­μων. Ἡ βία εἶ­ναι πάντα ἀ­πάν­θρωπη. Ὅ­ταν λεί­πει ἡ ἀ­λη­θινή πί­στη, τά λό­για μοι­ά­ζουν κενά καί οἱ πρά­ξεις ἀ­πο­κτοῦν ἰ­δι­αί­τερη βι­αι­ό­τητα. Ἀ­πειλή τῆς εἰ­ρή­νης εἶ­ναι καί τό νά μήν ὑ­πάρ­χει ἀ­λη­θινή ἐ­πι­κοι­νω­νία με­ταξύ μας, νά νι­ώ­θουμε ξέ­νοι ὁ ἕ­νας πρός τόν ἄλ­λον, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά δι­α­τυ­πώ­νον­ται λό­γοι στό κενό. Ἰ­δε­ο­λο­γίες ἔρ­χον­ται καί πα­ρέρ­χον­ται, ὡ­στόσο δέν ἀ­να­παύ­ουν τόν ἄν­θρωπο, δι­ότι πάν­τοτε ἐ­κεῖ­νος θά ἐ­πι­θυ­μεῖ τό ἀ­σύλ­λη­πτο καί ἀν­θρω­πί­νως ἀ­νέ­φι­κτο, τήν εἰ­ρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁ­ποία δέν μᾶς δό­θηκε ὡς στα­τική ἰ­δι­ό­τητα, ἀλλά ὡς χά­ρι­σμα καί εὐ­λο­γία ἡ ὁ­ποία χα­ρί­ζε­ται δι­αρ­κῶς.

Χρι­στός γεν­νᾶ­ται καί ἐ­μεῖς γι­νό­μα­στε παι­διά τοῦ Θεοῦ τῆς εἰ­ρή­νης καί τῆς κα­ταλ­λα­γῆς. Ἄς εὐ­χη­θοῦμε ἡ θεία εἰ­ρήνη νά ἀ­να­γεν­νη­θεῖ καί νά σκη­νώ­σει ἐν­τός μας. Νά μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει νά τήν ἀ­να­ζη­τοῦμε ἐ­σαεί καί, ὅ­ταν μᾶς ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ στήν πλη­ρό­τητά της, νά τήν κρα­τή­σουμε μό­νιμα κι ἀ­να­φαί­ρετα.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2015 

Μέ πατρικές εὐχές

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ Ο ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ ΜΑΡΚΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: