Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

8 Μαρτίου 2015 - Κυριακή Β' Νηστειῶν

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 10
Κυ­ρια­κὴ Β΄ Νη­στει­ῶν
8 Μαρ­τί­ου 2015
(Ἑ­βρ. α΄ 10 – β΄, 3)

«…πῶς ἡ­μεῖ­ς ἐκ­φευ­ξό­με­θα τη­λι­καύ­της ἀ­με­λή­σαν­τες σω­τη­ρί­ας;»
(Ἑ­βρ. β΄, 3)

Ἀ­λή­θεια, ἀ­δελ­φοί μου, πῶς θά πλη­σι­ά­σου­με τή Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα καί τά Πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου μας, ἄν δέν προ­σέ­ξου­με τό ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας μας; Θά μι­λή­σου­με γιά ἕ­να ἁ­μάρ­τη­μα, πού ἐ­νῶ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πό τά ἑ­φτά θα­νά­σι­μα ἁ­μαρ­τή­μα­τα, δέν δί­νου­με τήν πρέ­που­σα προ­σο­χή καί ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἄλ­λος λι­γό­τε­ρο, εἴ­μα­στε ἔ­νο­χοι. Τό ἁ­μάρ­τη­μα αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἀ­μέ­λεια.

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μέ ἔν­το­νο τρό­πο μᾶς θέ­τει ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα: «Ἐ­άν ὁ πα­λαι­ός νό­μος, πού ἐ­λέ­χθη στόν Μω­υ­σῆ ἀ­πό τούς ἀγ­γέ­λους, ἀ­πε­δεί­χθη ἔγ­κυ­ρος καί ἰ­σχυ­ρός καί κά­θε πα­ρά­βα­ση καί πα­ρα­κο­ή ἔ­λα­βε ὡς μι­σθό της τήν δί­και­η τι­μω­ρί­α, πῶς ἐ­μεῖς θά δι­α­φύ­γου­με τὴν τι­μω­ρί­α, ἐ­άν πα­ρα­με­λή­σου­με μί­α τό­σο με­γά­λη καί ἀ­νε­κτί­μη­τη σω­τη­ρί­α;» Ἄν­θρω­ποι πού ἀ­μέ­λη­σαν τό κα­θῆ­κον τους στά χρό­νια τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης τι­μω­ρή­θη­καν μέ φο­βε­ρές τι­μω­ρί­ες, ὅ­πως ὁ κα­τα­κλυ­σμός, ἡ κα­τα­στρο­φή τῶν Σο­δό­μων, οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες καί ἄλ­λες κα­τα­στρο­φές πού ὑ­πέ­στη­σαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι. Ἀλ­λά πιό με­γά­λες τι­μω­ρί­ες πε­ρι­μέ­νουν ἐ­μᾶς τούς χρι­στια­νούς πού, ἐ­νῶ εἴ­δα­με καί ἀ­κού­σα­με τά πιό θαυ­μα­στά πράγ­μα­τα καί ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τίς πιό με­γά­λες εὐ­ερ­γε­σί­ες τοῦ Θε­οῦ, δεί­χνου­με ἀ­μέ­λεια στήν ἐ­κτέ­λε­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν μας κα­θη­κόν­των γιά τό ζή­τη­μα τῆς σω­τη­ρί­ας τῆς ψυ­χῆς.

Ἀλ­λά τί εἶ­ναι ἀ­μέ­λεια; Ὁ Θε­ός ἔ­δω­σε στόν ἄν­θρω­πο δι­α­νο­η­τι­κά, σω­μα­τι­κά καί πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα, τά τά­λαν­τα, ὅ­πως τά ὀ­νο­μά­ζει ὁ Χρι­στός μας σέ μί­α πα­ρα­βο­λή. Τά ἔ­δω­σε μέ τήν ἐν­το­λή νά μήν τά ἀ­φή­νει ἀ­νεκ­με­τάλ­λευ­τα, νά μήν τά θά­βει στό λάκ­κο τῆς τεμ­πε­λιᾶς, ἀλ­λά νά δου­λεύ­ει καί ἔ­τσι νά προ­ο­δεύ­ει συ­νε­χῶς.

Ἡ γῆ γιά νά θρέ­ψει τόν ἄν­θρω­πο πρέ­πει νά καλ­λι­ερ­γη­θεῖ. Νά ξερ­ρι­ζω­θοῦν τά ἀγ­κά­θια, νά κα­θα­ρι­στεῖ ἀ­πό τίς πέ­τρες, νά ὀρ­γω­θεῖ, νά δε­χθεῖ τό σπό­ρο, νά πο­τι­σθεῖ∙ ὅ­λα αὐ­τά ἀ­παι­τοῦν κό­πους. Ἡ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι πώς μέ τόν ἱ­δρώ­τα τοῦ προ­σώ­που του ὁ ἄν­θρω­πος θά τρώ­ει τό ψω­μί του. Ὁ γε­ωρ­γός λοι­πόν ἀλ­λά καί ὁ βο­σκός καί ὁ ψα­ράς κι ὁ μα­ραγ­κός, ὁ ναυ­τι­κός, ὁ δά­σκα­λος ὅ­λοι πρέ­πει νά ἀ­γα­ποῦν τήν ἐρ­γα­σί­α τους καί νά τήν ἐ­κτε­λοῦν μέ πολ­λή ἐ­πι­μέ­λεια. Εὐ­λο­γί­α Θε­οῦ ὑ­πάρ­χει στά μέ­ρη ὅ­που ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἐρ­γά­ζον­ται ἀ­νά­λο­γα μέ τίς δυ­νά­μεις τους καί κα­νέ­νας δέν τεμ­πε­λιά­ζει.

Ὅ­που ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι δέν ἐρ­γά­ζον­ται μέ ζῆ­λο καί ἐ­πι­μέ­λεια, ἐ­κεῖ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἀ­τα­ξί­α καί σύγ­χυ­ση. Ὅ­πως ἔ­λε­γαν οἱ ἀρ­χαῖ­οι μας πρό­γο­νοι: «ἀρ­γί­α μή­τηρ πά­σης κα­κί­ας». Ἄν γιά πα­ρά­δειγ­μα ὁ μη­χα­νι­κός αὐ­το­κι­νή­των δέν εἶ­ναι ἐ­πι­με­λής στήν ἐρ­γα­σί­α του καί ἡ ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή μη­χα­νή θά κα­τα­στρα­φεῖ καί δυ­στύ­χη­μα θά γί­νει. Ἄν ὁ φύ­λα­κας τῆς σι­δη­ρο­δρο­μι­κῆς γραμ­μῆς ἀ­με­λή­σει τό κα­θῆ­κον του, θά γί­νει αἰ­τί­α σύγ­κρου­σης τραί­νων μέ δυ­σά­ρε­στα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Πό­σα δυ­στυ­χή­μα­τα δέν ἔ­χουν συμ­βεῖ γιά ἕ­να λε­πτό ἀ­προ­σε­ξί­ας!

Ἄς προ­χω­ρή­σου­με ὅ­μως λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ὑ­πάρ­χει ἀ­μέ­λεια στά ἔρ­γα πού ἀ­φο­ροῦν τήν ὑ­λι­κή καί σω­μα­τι­κή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει καί βα­ρύ­τε­ρη πού ἀ­φο­ρᾶ κά­τι ἀ­πεί­ρως ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πό τό σῶ­μα, τήν ψυ­χή. Ἀλ­λοί­μο­νο ἄν ὅ­λη τή δρα­στη­ρι­ό­τη­τά του ὁ ἄν­θρω­πος τήν ἐ­ξαν­τλεῖ γιά τό σῶ­μα καί ἀ­με­λεῖ τό ὕ­ψι­στο θέ­μα τῆς σω­τη­ρί­ας τῆς ψυ­χῆς του, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ἀ­νε­κτί­μη­τη ἀ­ξί­α. Καί μό­νο τό γε­γο­νός ὅ­τι ὁ Θε­ός κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος καί ὑ­πέ­στη τήν σταύ­ρω­ση γιά νά σώ­σει τόν ἄν­θρω­πο, αὐ­τό καί μό­νο τό γε­γο­νός ἄν τό σκε­φθεῖ ὁ ἄν­θρω­πος, ἀρ­κεῖ γιά νά ἀ­πο­δεί­ξει τήν ἀ­ξί­α τῆς ψυ­χῆς.

Ὁ Χρι­στός μᾶς τό­νι­σε αὐ­τή τήν ἀ­λή­θεια κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά: «Τί γάρ ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­άν κερ­δή­σῃ τόν κό­σμον ὅ­λον, καί ζη­μι­ω­θῇ τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ;» (Μάρκ. η, 36). Τό νά χά­σει κα­νείς τή σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς του εἶ­ναι ἡ πιό με­γά­λη συμ­φο­ρά. Τό νά σώ­σει κα­νείς τήν ψυ­χή του εἶ­ναι τό πιό με­γά­λο ἐ­πί­τευγ­μα.

Ὁ Θε­ός θέ­λει τή σω­τη­ρί­α μας. Μέ ἕ­ναν ὅ­ρο: νά προ­σφέ­ρει καί ὁ ἄν­θρω­πος τή θέ­λη­σή του. Νά πι­στέ­ψει στό Χρι­στό καί νά ἐρ­γά­ζε­ται πνευ­μα­τι­κά. Νά προ­σεύ­χε­ται, νά νη­στεύ­ει τίς μέ­ρες πού ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὁ­ρί­ζει, νά συμ­με­τέ­χει στά Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί προ­πάν­των στή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α μέ τήν κα­τάλ­λη­λη προ­ε­τοι­μα­σί­α καί τήν ὑ­πα­κο­ή στόν Πνευ­μα­τι­κό. Μέ τήν προ­σφο­ρά ἠ­θι­κῆς καί ὑ­λι­κῆς βο­ή­θειας στό συ­νάν­θρω­πο.

Ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ἀ­δελ­φοί μου, δέν μᾶς ἀ­πει­λεῖ. Μᾶς προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­μως ὅ­τι τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀ­μέ­λειας γιά τή σω­τη­ρί­α μας θά εἶ­ναι κα­τα­στρε­πτι­κά γιά τό πα­ρόν καί γιά τό αἰ­ώ­νιο μέλ­λον μας. Ἄς προ­σπα­θή­σου­με νά μοι­ά­σου­με μέ τίς φρό­νι­μες παρ­θέ­νες καί μέ ἐ­κεῖ­νον πού ἐρ­γα­ζό­με­νος τά πέν­τε τά­λαν­τα τά δι­πλα­σί­α­σε, γιά νά κλη­ρο­νο­μή­σου­με τή Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: