Ἀπολυτίκιον, τῆς Πεντηκοστῆς Ἦχος πλ. δ' Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

8 Νο­εμ­βρί­ου 2015 - Σύ­να­ξις τῶν ἀρ­χι­στρα­τή­γων Μι­χα­ήλ καί Γα­βρι­ήλ

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 45
Κυ­ρια­κή κγ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν
Σύ­να­ξις τῶν ἀρ­χι­στρα­τή­γων Μι­χα­ήλ καί Γα­βρι­ήλ
8 Νο­εμ­βρί­ου 2015
(Ἑ­βρ. β΄ 2-10)

«Τὶ ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅ­τι μι­μνή­σκῃ αὐ­τοῦ,ἤ υἱ­ός ἀν­θρώ­που ὅ­τι ἐ­πι­σκέ­πτῃ αὐ­τόν;»

Σή­με­ρα, ἀ­δελ­φοί μου, ἑ­ορ­τά­ζουν ἀ­να­ρίθ­μη­τα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἄγ­γε­λοι καί ἀρ­χάγ­γε­λοι. Ἡ ἑ­ορ­τή αὐ­τή μᾶς βο­η­θᾶ νά αἰ­σθαν­θοῦ­με τήν ὕ­παρ­ξη τῶν ἀγ­γέ­λων καί νά τούς τι­μή­σου­με ὅ­πως πρέ­πει. Στό πρῶ­το ἄρ­θρο τοῦ «Πι­στεύ­ω» ὁ­μο­λο­γοῦ­με ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι «ποι­η­τής οὐ­ρα­νοῦ καί γῆς, ὁ­ρα­τῶν τέ πάν­των καί ἀ­ο­ρά­των».

Ὁ Θε­ός ἔ­φτια­ξε τά ὁ­ρα­τά καί τά ἀ­ό­ρα­τα. Ὁ­ρα­τά εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να πού βλέ­που­με μέ τά μά­τια μας ἤ μέ τή βο­ή­θεια ὀρ­γά­νων καί δι­α­κρί­νον­ται σέ τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες. Στήν πρώ­τη αὐ­τά πού ὑ­πάρ­χουν, ὅ­πως τά βου­νά, τά λαγ­κά­δια, οἱ πο­τα­μοί, οἱ θά­λασ­σες. Στή δεύ­τε­ρη ἀ­νή­κουν αὐ­τά πού ὑ­πάρ­χουν καί αὐ­ξά­νον­ται. Ρί­χνου­με ἕ­να σπό­ρο στή γῆ καί ἀ­π’ αὐ­τόν φυ­τρώ­νει ὁ­λό­κλη­ρο δέν­τρο. Τά φυ­τά καί τά ζῶ­α ἀ­νή­κουν σ’ αὐ­τήν τήν κα­τη­γο­ρί­α.

Ὑ­πάρ­χει καί ἡ τρί­τη κα­τη­γο­ρί­α, ἡ ἀ­νώ­τε­ρη, στήν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κει ὁ ἄν­θρω­πος, πού ἐ­κτός ἀ­πό τήν ὕ­παρ­ξη καί τήν αὔ­ξη­ση ἔ­χει καί τή σκέ­ψη, τό μυα­λό, τήν ψυ­χή, πού τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει κο­ρω­νί­δα τῆς θεί­ας δη­μι­ουρ­γί­ας. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι δι­πλός, ὁ­ρα­τός καί ἀ­ό­ρα­τος. Ὁ­ρα­τό εἶ­ναι τό σῶ­μά του καί ἀ­ό­ρα­τη ἡ ψυ­χή του. Τό ὁ­ρα­τό τό βλέ­που­με. Τό ἀ­ό­ρα­το εἶ­ναι ἄ­γνω­στο. Βλέ­πεις ἕ­ναν χα­μο­γε­λα­στό ἄν­θρω­πο καί πᾶς νά τοῦ πεῖς κα­λη­μέ­ρα, σέ κοι­τά­ζει ἀ­μή­χα­να καί σοῦ βά­ζει τίς φω­νές. Μυ­στι­κός κό­σμος ἡ ψυ­χή τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που. Τό σῶ­μά μας συγ­γε­νεύ­ει μέ τόν ὑ­πό­λοι­πο ὁ­ρα­τό κό­σμο, τούς ἀγ­γέ­λους. Ὅ­λος ὁ ὑ­λι­κός κό­σμος ἔ­χει μι­κρή ἀ­ξί­α μπρο­στά στήν ἀ­ξί­α μιᾶς ψυ­χῆς. Γι’ αὐ­τό ὁ Χρι­στός μᾶς εἶ­πε: «Τί ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­άν κερ­δί­ςῃ τόν κό­σμον ὅ­λον καί ζη­μι­ω­θῇ τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ»;

Ὅ­πως ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό τά ζῶ­α καί τά ζῶ­α ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πό τά φυ­τά καί τά φυ­τά ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πό τά βρά­χια, ἔ­τσι ὑ­ψη­λό­τε­ρα δη­μι­ουρ­γή­μα­τα πά­νω ἀ­πό τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι οἱ ἄγ­γε­λοι. Δέν ἔ­χουν σῶ­μα ὑ­λι­κό οἱ ἄγ­γε­λοι ἀλ­λά λε­πτό­τα­το, αἰ­θέ­ριο, σχε­δόν ἄ­ϋ­λο. Καί λό­γῳ τῆς αἰ­θέ­ριας σύ­στα­σής τους κι­νοῦν­ται τα­χύ­τα­τα. Οἱ ἄγ­γε­λοι δέν εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τες ὅ­πως εἶ­ναι ὁ Θε­ός ἀλ­λά κι­νοῦν­ται μέ με­γά­λη τα­χύ­τη­τα. Ἔ­τσι βλέ­πουν τά με­γα­λεῖ­α τοῦ Θε­οῦ, τόν ὑ­μνοῦν καί τόν δο­ξο­λο­γοῦν λέ­γον­τας τό «Ἅ­γιος, Ἅ­γιος, Ἅ­γιος Κύ­ριος Σα­βα­ώθ, πλή­ρης ὁ οὐ­ρα­νός καί ἡ γῆ τῆς δό­ξης σου». (Θ. Λειτ. Ἡσ. 6,3).

Ἐ­κτός ἀ­πό τούς ἀ­κα­τά­παυ­στους ὕ­μνους πρός τό Θε­ό οἱ ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι δι­αγ­γε­λεῖς, πού με­τα­φέ­ρουν τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ στούς ἀν­θρώ­πους. Εἶ­ναι, ἐ­πί­σης, φύ­λα­κες τῶν ἀν­θρώ­πων. «Ἄγ­γε­λον εἰ­ρή­νης, πι­στόν ὁ­δη­γόν, φύ­λα­κα τῶν ψυ­χῶν καί τῶν σω­μά­των ἡ­μῶν» ζη­τοῦ­με κά­θε μέ­ρα στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι δί­πλα μας. Τί με­γά­λο πράγ­μα εἶ­ναι αὐ­τό! Τό σκε­φτή­κα­με; Τό πι­στεύ­ου­με; Σέ κά­θε βῆ­μά μας ἔ­χου­με ἄγ­γε­λο φύ­λα­κα. Δί­πλα στόν κά­θε χρι­στια­νό ἀ­πό τήν ὥ­ρα πού θά βα­πτι­σθεῖ μέ­χρι τήν ὥ­ρα πού θά ξε­ψυ­χή­σει, ἄγ­γε­λος πα­ρα­στέ­κει. Καί ὁ ἄγ­γε­λός μας χαί­ρει, ὅ­ταν ἐ­μεῖς κά­νου­με τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, λυ­πᾶ­ται δέ καί θρη­νεῖ ὅ­ταν ἐ­μεῖς τό πα­ρα­βαί­νου­με. «Χα­ρά γί­νε­ται ἐν οὐ­ρα­νῶ ἐ­πί ἐ­νί ἁ­μαρ­τω­λῶ με­τα­νο­οῦν­τι». (Λουκ. 15,10) Ὅ­ταν ἐ­δῶ πέ­φτει ἕ­να δά­κρυ με­τα­νοί­ας, στόν οὐ­ρα­νό οἱ ἄγ­γε­λοι πα­νη­γυ­ρί­ζουν. Ἔ­λε­γε ὁ Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός: «Ὅ­πως δέν τολ­μᾶς μπρο­στά σ’ ἕ­να μι­κρό παι­δί νά κά­νεις κά­ποι­α αἰ­σχρή πρά­ξη, ἔ­τσι καί μπρο­στά στόν ἄγ­γε­λό σου νά ζεῖς μί­α ζω­ή ἀ­κη­λί­δω­τη».

Ὁ ἄγ­γε­λος, λοι­πόν, εἶ­ναι τό ἀ­νώ­τε­ρο δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θε­οῦ στούς οὐ­ρα­νούς. Ἀλ­λά καί ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­δῶ στή γῆ μπο­ρεῖ νά γί­νει ἐ­πί­γει­ος ἄγ­γε­λος, νά μι­μη­θεῖ τούς ἀγ­γέ­λους, νά γί­νει ἔν­σαρ­κος ἄγ­γε­λος, ὅ­πως ἔ­γι­νε ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πρό­δρο­μος, ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας ὁ Θε­σβί­της, ὅ­σιοι καί ἀ­σκη­τές καί πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἔγ­γα­μοι καί ἄ­γα­μοι. Στόν κό­σμο τοῦ­το σή­με­ρα ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι ζοῦν ὡς ὑ­λι­κά ὄν­τα καί τε­τρά­πο­δα, ἄλ­λοι ὡς ἄν­θρω­ποι καί ἄλ­λοι ζοῦν ὡς ἄγ­γε­λοι.

Πα­ρα­πά­νω, ὅ­μως, ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους καί τούς ἀγ­γέ­λους εἶ­ναι ὁ Θε­άν­θρω­πος Χρι­στός. Αὐ­τός πού κυ­βερ­νᾶ τά πάν­τα, πού κα­τέ­χει τά κλει­διά τῆς ζω­ῆς καί τοῦ θα­νά­του. «Εἷς ἅ­γιος, εἷς Κύ­ριος, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, εἰς δό­ξαν Θε­οῦ Πα­τρός». Σ’ Αὐ­τόν ἁρ­μό­ζει τό εἰ­σα­γω­γι­κό χω­ρί­ο «Τί ἐ­στιν ἄν­θρω­πος». Πό­σο σπου­δαῖ­ο πλά­σμα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος καί τόν θυ­μᾶ­σαι, Κύ­ρι­ε; Τί εἶ­ναι τό παι­δί, ὁ ἀ­πό­γο­νος τοῦ ἀν­θρώ­που καί τόν προ­σέ­χεις, ἔρ­χε­σαι καί τόν βο­η­θεῖς;

Ἀ­δελ­φοί μου, πολ­λά κυ­ρί­ως ὑ­λι­κά καί ἀν­θρώ­πι­να δη­μι­ουρ­γή­μα­τα θαυ­μά­ζου­με σή­με­ρα καί κά­ποι­α φυ­σι­κά το­πί­α, γιά τά ὁ­ποῖ­α, δυ­στυ­χῶς, θε­ο­ποι­οῦ­με τή φύ­ση καί λέ­με: «τί κά­νει ἡ φύ­ση!», ἀν­τί νά λέ­με: «Τίς Θε­ός μέ­γας ὡς ὁ Θε­ός ἡ­μῶν∙ Σύ εἶ ὁ Θε­ός ὁ ποι­ῶν θαυ­μά­σια μό­νος». Ἀ­γνο­οῦ­με, ὅ­μως, πώς ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιά νά σώ­σει τόν ἄν­θρω­πο καί νά τόν ξα­να­βά­λει στόν Πα­ρά­δει­σο ὅ­που ἀ­νή­κει. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: