Ἀπολυτίκιον Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἦχος α' Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Ο Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος (30 Νοεμβρίου)


Ο Άγιος Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος, ήταν ένας από τους δώδεκα αποστόλους και αδελφός του αποστόλου Πέτρου. Κατάγονταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ήταν γιοι του Ιωνά. Όπως o πατέρας τους, έτσι και οι δύο αδελφοί είχαν ως απασχόληση την αλιεία, την οποία ασκούσαν στη δυτική όχθη της λίμνης της Τιβεριάδας. Και οι δύο αδελφοί είχαν θρησκευτικές αναζητήσεις, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι είχαν ενταχθεί στον κύκλο των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, από τον οποίο γνώρισε για πρώτη φορά ο Ανδρέας τον Ιησού Χριστό. Όταν, μετά το βάπτισμα, o Ιωάννης ο Πρόδρομος είδε τον Χριστό, είπε στους ευρισκόμενους πλησίον του Ανδρέα και Ιωάννη: «Ίδε ο αμνός του Θεού». Αυτοί ήταν οι πρώτοι που ακολούθησαν τον Χριστό, με την πρόθεση να συνομιλήσουν και όχι να γίνουν μαθητές του (Ιω. 1, 39-41). Την επόμενη ημέρα ο Ανδρέας οδήγησε στον Χριστό και τον αδελφό του Πέτρο, όπως αργότερα τον Φίλιππο και τον Ναθαναήλ. Οι συναντήσεις όμως αυτές δεν συνδέονται με την κλήση του Ανδρέα στο αποστολικό έργο, γιατί ο Χριστός άρχισε τη δημόσια δράση του μετά τη σύλληψη και τη φυλάκιση τoυ Ιωάννου του Προδρόμου. Τότε ο Χριστός κάλεσε στο έργο τους αδελφούς Ανδρέα και Πέτρο, που βρίσκονταν στη λίμνη, λέγοντας: «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ. 4,18 Μαρκ. 1,16 Λουκ. 5, 1-11).

Οι πληροφορίες των Ευαγγελίων για τον Ανδρέα είναι ελάχιστες (Μάρκ.1, 29. Ιω.1, 3.6, 5-9 12, 20-23 κ.α.). Στους καταλόγους των μαθητών του Χριστού (Ματθ.10,2. Μαρκ. 3,14 Λουκ. 6,12. Πράξ. Αποστ. 1,13) o Ανδρέας άλλοτε αναφέρεται αμέσως μετά τον Πέτρο (Ματθ.10,2. Λουκ. 6,14) και άλλοτε μετά τον στενό κύκλο των μαθητών του Χριστού, δηλαδή μετά από τους Πέτρο, Ιωάννη και Ιάκωβο (Μάρκ. 3,18. Πράξ. Αποστ.1,13), πάντοτε όμως μεταξύ των κυριοτέρων αποστόλων. Ο στενός αυτός κύκλος των τεσσάρων μαθητών, που ήταν δύο ζεύγη αδελφών (Ανδρέας-Πέτρος, Ιάκωβος-Ιωάννης), δεν είναι άσχετος προς την προτεραιότητα της κλήσης τους στο αποστολικό αξίωμα, στο οποίο ο Ανδρέας πρώτος κλήθηκε (Πρωτόκλητος). H τελευταία μνεία του Ανδρέα στην Καινή Διαθήκη είναι η μαρτυρία των Πράξεων Αποστόλων (1,13-14), σύμφωνα με την οποία, οι έντεκα μαθητές παρέμεναν συγκεντρωμένοι σε υπερώο της Ιερουσαλήμ μετά την Ανάληψη του Χριστού «προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή συν γυναιξί και Μαριάμ τη μητρί του Ιησού και συν τοις αδελφοίς αυτού». 

Η έλλειψη κάθε πληροφορίας στις Πράξεις Αποστόλων για το αποστολικό έργο του Ανδρέα μετά την Πεντηκοστή δεν είναι άσχετη προς τον σκοπό των Πράξεων, που έδωσαν προτεραιότητα στη διάδοση του Ευαγγελίου από τα Ιεροσόλυμα μέχρι τη Ρώμη και στο έργο των αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι η παρακολούθηση της δράσης του Ανδρέα είναι δυνατή μόνο με βάση τα απόκρυφα Ευαγγέλιο, Πράξεις και Μαρτύρια.

Το Ευαγγέλιον Ανδρέου έχει σήμερα χαθεί, αλλά είναι βέβαιο ότι προερχόταν από τους κύκλους των Γνωστικών και είχε ανάλογο περιεχόμενο με τις απόκρυφες Πράξεις. Οι απόκρυφες επίσης Πράξεις και μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου, συντάχθηκαν από τον Γνωστικό Λεύκιο και περιέχουν με μυθιστορηματικό τρόπο τη δράση του πρωτοκλήτου αποστόλου. Η σύνθεση μυθικών και πραγματικών γεγονότων δυσχεραίνει την ιστορική κριτική (Lipsius, Apokryphen Apostelgeschichten, τομ. lος, σ.543 κ.εξ.). Στο έργο αυτό περιέχεται και η εγκύκλιος των πρεσβυτέρων της Αχαΐας για τον θάνατο του αγίου Ανδρέα. Σημαντικές είναι και οι Πράξεις Ανδρέα και Ματθαίου εις την πόλιν των ανθρωποφάγων γιατί σ' αυτές στηρίχθηκε ο συγγραφέας του l0ου αιώνα για τη συγγραφή του έργου Περί του Βίου, των πράξεων και της τελευτής του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου. Οι απόκρυφες αυτές παραδόσεις αξιοποιήθηκαν και από εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Ο Ωριγένης αναφέρει ότι o Ανδρέας κήρυξε στη Σκυθία, η οποία απλωνόταν και στη Νότια Ρωσία, γι' αυτό και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η παράδοση για τη σύνδεση του χριστιανισμού της Ρωσίας με τον πρωτόκλητο των αποστόλων. Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος (PG 20, 216) διέσωσε την πληροφορία αυτή. Ωστόσο, εκκλησιαστικοί συγγραφείς του 4ου αιώνα τονίζουν την αποστολική δράση του Ανδρέα στην Ελλάδα. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναφέρει τη δράση του στην Ήπειρο (PG 36, 228). Ο Ιερώνυμος, σε επιστολή του προς Μαρκέλλαν (Epist., 59) τονίζει τη δράση και το μαρτύριο του στην Aχαΐα, όπως και ο Gaudentius της Βρεσκίας (PL 20, 963) και ο Θεοδώρητος Κύρου (PG 80,1805). Ο Βασίλειος Σελευκείας συνδυάζει και τις δύο παραδόσεις, τονίζοντας ότι ο Ανδρέας, μετά τη δράση του στη Σκυθία, κήρυξε στη Θράκη και την Ελλάδα (PG 28, 1108). Τη δράση του Ανδρέα στην Aχαΐα, προβάλλει και το έργο του Γρηγορίου Τουρ, Liber de miracυlis beati Andreae apostoli, που άντλησε από τα απόκρυφα και τον Ιερώνυμο (εκδ. Μ. Bommet, Scriptores rerum merovingranum, τομ. lος, 1883, 826-846). Οι παραδόσεις αυτές αναπτύχθηκαν από τους μεταγενέστερους (Ψευδο-Επιφάνιος, PG 120, 216-260. Ψευδο-Δωρόθεος Τύρου, PG 92, 1062-1072 Συναξάριον Εκκλ. Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος Κάλλιστος, PG 145, 800 κ.εξ.).

Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η παράδοση για τη δράση του αποστόλου Ανδρέα, μετά τη Σκυθία (δηλ. Αλανία, Ζηκχία και Ταυρική), στην Ελλάδα και ειδικότερα σχετικά με την ίδρυση της εκκλησίας του Βυζαντίου και τη χειροτονία σ' αυτήν ως επισκόπου του Στάχυ, ενός από τους εβδομήκοντα μαθητές του Χριστού: «και προς τινα χώραν καλουμένην Αργυρόπολιν καταλαβών και εκείσε εκκλησίαν δειμάμενος, τον ένα των εβδομήκοντα μαθητών Στάχυν ονόματι,... χειροτονήσας του Βυζαντίου επίσκοπον... Διελθών δέ την Θεσσαλίαν και Ελλάδα... μέτεισι προς την Αχαΐαν,». Η παράδοση αυτή για την ίδρυση της Εκκλησίας και τη χειροτονία επισκόπου της πόλης του Βυζαντίου, όπου κτίστηκε αργότερα η Κωνσταντινούπολη, χρησιμοποιήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση από τα τέλη του 6ου αιώνα για την προβολή της αποστολικότητας του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως στη διαμάχη του με τη Ρώμη (F. Drornik, The idea of Apostolicity in Byzantium and the Legend of the Apostle Andrew, 1958).

Σημαντική απέκτησε σπουδαιότητα και η παράδοση για τη δράση και τη σταύρωση του Ανδρέα στην Πάτρα, μετά την προσέλκυση στον χριστιανισμό της Μαξιμίλλας, συζύγου του Ρωμαίου ανθυπάτου Αιγεάτη. Το λείψανο του, που ενταφιάστηκε από τη Μαξιμίλλα και τον επίσκοπο Στρατοκλή, διακομίστηκε το 357 στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Κατά τους παλαιολόγειους όμως χρόνους αναφέρεται η φύλαξη της κάρας στην Πάτρα μέχρι το 1460, οπότε ο δεσπότης του Μορέως Θωμάς Παλαιολόγος τη μετέφερε στη Ρώμη. Η σύνδεση αυτή του Ανδρέα με την Πάτρα εξηγεί την ιδιαίτερη τιμή που αποδίδει η πόλη στον πολιούχο της.

Αξιόλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι δεσμοί της Σικελίας με τον απόστολο Ανδρέα, που οφείλονται σε μεταφορά λειψάνων του κατά τον 4ο ή τον 6ο και τον 9ο ακόμη αιώνα. Είναι γεγονός ότι κατά τον 11ο αιώνα υπήρχαν πολλοί ναοί στη Σικελία αφιερωμένοι στον απόστολο Ανδρέα, που θεωρήθηκε προστάτης της χώρας, ενώ ο σταυρός του Ανδρέα σε σχήμα Χ καθιερώθηκε ως εθνικό έμβλημα.

[Β. ΦΕΙΔΑΣ]

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ο Παφλαγόνας (26 Νοεμβρίου)


Γιος πλουσίων γονέων (πού μάλλον γεννήθηκε στην Παφλαγονία, χωρίς αυτό να είναι σίγουρο, διότι εκεί φυλασσόταν και ιερό λείψανο του), διδάχτηκε νωρίς απ' αυτούς να είναι εγκρατής και να θεωρεί το χρήμα μέσο για την ανακούφιση και περίθαλψη των φτωχών και των αρρώστων. Αφού έτσι ανατράφηκε, και οι γονείς του πέθαναν, διαμοίρασε όλη την κληρονομιά του και πήγε σαν ασκητής στην έρημο. Εκεί γνωρίστηκε με άλλους ασκητές, πού ζούσε μαζί τους με αδελφική αγάπη, χριστιανική συγκατάβαση και επιείκεια. Δεν λύπησε ποτέ κανένα, μεγάλη του χαρά μάλιστα, ήταν να επαναφέρει τη γαλήνη στις ταραγμένες ψυχές. Ή φήμη της θαυμαστής ασκητικής του ζωής έφθασε μέχρι τις πόλεις, και πολλοί έτρεχαν να τον βρουν για να ζητήσουν απ' αυτόν τις πνευματικές του οδηγίες. ο όσιος Στυλιανός, παρά την ερημική ζωή του, έτρεφε στοργή και συμπάθεια προς τα παιδιά, πού τόσο αγαπούσε και ο Κύριος. "Αν, έλεγε, ή ταπεινοφροσύνη αποτελεί θεμέλιο των αρετών, ή παιδική ηλικία από τη φύση της είναι περισσότερο ενάρετη, απ' ότι οι μεγαλύτεροι των φιλοσόφων. Πολλές φορές οι γονείς έφεραν προς αυτόν τα παιδιά τους, και τότε ή αγαλλίαση του οσίου ήταν πολύ μεγάλη. ο Θεός βραβεύοντας το Ιερό αυτό αίσθημα του, προίκισε τον όσιο με το χάρισμα να θεραπεύει τα άρρωστα παιδιά και να καθίστα εύτέκνους άτεκνες γυναίκες. Πέθανε πλήρης ήμερων αλλά και αρετών.

Απολυτίκιο. Ήχος γ'. Θείας πίστεως.

Στήλη έμψυχος, της εγκρατείας, στύλος άσειστος, της Εκκλησίας, Στυλιανέ ανεδείχθης μακάριε· ανατεθείς γαρ Θεώ εκ νεότητας, κατοικητήριον ώφθης του Πνεύματος. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Αγία Αικατερίνη η πάνσοφος (25 Νοεμβρίου)


Απολυτίκιο της Αγίας. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.

Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν, Αικατερίναν την θείαν και πολιούχον Σινά, την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι εφίμωσε λαμπρώς, τους κομψούς των ασέβων, του Πνεύματος τη δυνάμει, και νυν ως Μάρτυς στεφθείσα, αιτείται πάσι το μέγα έλεος.
Ας δοξάσουμε με ύμνους την πανένδοξη νύμφη του Χριστού, που η φήμη της σκορπίσθηκε σε όλον τον κόσμο, την θεία Αικατερίνα, που κρατά, σκέπει και προστατεύει τη μοναστική πολιτεία του όρους Σινά. Αυτή είναι η βοήθειά μας, αυτή συλλαμβάνει και εξομαλύνει τις δυσκολίες μας. Αυτή με του Αγίου Πνεύματος τη δύναμη, που δρα σαν μαχαίρι, ενίκησε τους ρήτορες των ειδωλολατρών, ώστε να μην μπορούν να της απαντήσουν. Και τώρα που στεφανώθηκε από τον Θεό ως μάρτυρας, ζητά για όλους μας το μέγα Του έλεος.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον, ...


ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον, και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις. Εν ναώ του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται, και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν˙ Χαίρε της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις».
Μία από τις κυριότερες και μεγαλύτερες Θεομητορικές εορτές του έτους είναι τα «Εισόδια» της Θεοτόκου. Η Εκκλησία μας την τιμά στις 21 Νοεμβρίου, με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Η σημασία της εορτής αυτής είναι μεγάλη και ιερή. Αποτελεί τήν βάση και την αρχή για όλη την μετέπειτα ζωή της Θεοτόκου.
Όπως γνωρίζουμε, η Παναγία Θεοτόκος, γεννήθηκε από γονείς γηραιούς, τον Ιωακείμ και την Άννα, που είχαν παρακαλέσει με πολύ πόνο τον Θεό να τους δώση ένα τέκνο και να το αφιερώσουν στο Ναό Του. Πραγματικά, αυτό και έκαναν. Οταν δηλαδή η Μαρία έγινε τριών ετών την έφεραν οι ίδιοι οι γονείς της στο Ναό και την παρέδωσαν στα χέρια του Ζαχαρία του ιερέα. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το ονομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Και ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός την χαρίτωσε. Και ευφράνθηκε η Παναγία και με αγαλλίαση ψυχής εσκίρτησε και όλοι πνευματικά πανηγύρισαν που έμεινε στο Ναό τον Άγιο, για να αγιασθεί και να γίνει αργότερα η Μητέρα του ίδιου του Θεού.

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Στην εικονογράφηση του γεγονότος των Εισοδίων της Θεοτόκου, βλέπουμε, στο κέντρο την Παναγία σαν μικρό τριετές κοράσιον, που όμως έχει όλη την ιερότητα της μέλλουσας Μητέρας του Θεού. Ο ιερέας Ζαχαρίας ο μετέπειτα πατέρας του Προδρόμου, έχει ακουμπήσει ευλαβικά και στοργικά το χέρι του επάνω στην κεφαλή της. Την ευλογεί και την υποδέχεται στα άγια των αγίων, φορώντας ενδύματα λειτουργικά και διακριτικό της ιερωσύνης στην κεφαλή του. Η Παναγία στέκει με ιερή σιγή απέναντί του έχει τα χέρια της σε στάση ευλαβική και συγχρόνως κινητική απέναντί του, που δηλώνει την προθυμία και την χαρά της προσελεύσεώς της στον Ναό του Κυρίου. Αυτό είναι το σχέδιο και το θέλημα του Θεού και η προαιώνια βουλή του για την σωτηρία των ανθρώπων.
Το ίδιο ευλαβικά και με ιερή συγκίνηση εικονίζονται και οι γέροντες γονείς της Ιωακείμ και Άννα. Την παραδίδουν στα χέρια του Ζαχαρία με μια κίνηση πολύ εκφραστική, που δηλώνει την προθυμία τους να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό και να του αφιερώσουν το μονάκριβο παιδί τους, που το απέκτησαν μετά από πολλών χρόνων προσευχή και νηστεία και σε γήρας προχωρημένο. Όμως η αγάπη στο Θεό επισκιάζει τα σπλάχνα της στοργής της ανθρώπινης φύσης. Έχουν στραμμένα τα βλέμματά τους στην παιδίσκη τους Μαρία, προσέχοντάς την με πολύ συγκίνηση.
Πίσω τους βλέπουμε πολλές νεάνιδες, να κρατούν λαμπάδες αναμμένες και να προπέμπουν την Παναγία οδηγώντας την στο Ιερό, όπου έμεινε σαν περιστερά ηγιασμένη και έγινε η λαμπάδα του Θεού, η κατοικία Του, ο ναός Του, το θυσιαστήριο και η λατρεία η ζώσα και καθαρά.
«Ο καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος, η πολυτίμητος παστάς και Παρθένος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού, σήμερον εισάγεται, εν τω οίκω Κυρίου, την χάριν συνεισάγουσα, την εν Πνεύματι Θείω˙ ην ανυμνούσιν Άγγελοι Θεού˙ Αύτη υπάρχει σκηνή επουράνιος». 


Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ενοριακό Ναό


Το Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009 εορτάζει με λαμπρότητα τη δεύτερη ετήσιά του εορτή των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου ο Ιερός Ενοριακός μας Ναός.
Στις 7 το πρωί θα αρχίσει ο Πανηγυρικός Όρθρος της εορτής των Εισοδίων και στη συνέχεια θα τελεστεί η Θεία Λειτουργία. 
Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας στην ενοριακή αίθουσα θα προσφερθούν οι παραδοσιακοί λουκουμάδες, σύμφωνα με το έθιμο.

Ιερά Πανήγυρις Ι. Μονής Παναγίας Πλακιδιωτίσσης Καλλιμασιάς


Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Ιερός Χρυσόστομος (13 Νοεμβρίου)



Γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 354. Πριν τη γέννησή του οι εύποροι γονείς του, ο αρχιστράτηγος Σεκούνδος και η Ανθούσα, ήταν ειδωλολάτρες. Όταν γεννήθηκε ο Άγιος βαπτίστηκαν και οι δυο χριστιανοί. Λίγο μετά τη γέννηση του ο πατέρας του πέθανε. Έτσι η μητέρα του έμεινε χήρα στα 20 της χρόνια και αφιέρωσε τη ζωή της στην ανατροφή του γιου της. Όταν ο Άγιος έγινε 18 ετών βαπτίστηκε από τον Αγ. Μελέτιο, Πατριάρχη Αντιοχείας. Αργότερα μαθήτευσε στη φημισμένη φιλοσοφική σχολή της Αντιόχειας κοντά στο σπουδαίο, μα ειδωλολάτρη, σοφιστή Λιβάνιο. Τέτοιες ήταν οι επιδόσεις του Ιωάννη στη ρητορική, που όταν ο Λιβάνιος ρωτήθηκε ποιόν θα άφηνε διάδοχό του στη Σχολή απάντησε: «Τον Ιωάννη, αν δεν ήταν χριστιανός». Όμως η καρδιά του Αγίου δεν βρίσκει ικανοποίηση στις δικηγορικές του επιτυχίες. Έτσι στα 20 του γίνεται και πάλι σπουδαστής, στη θεολογική Σχολή της Αντιόχειας.
Όταν τελείωσε τις σπουδές του και αφού κοιμήθηκε και η μητέρα του, ήταν πια ελεύθερος να ακολουθήσει το μοναχικό βίο που τόσο ποθούσε. Αφήνοντας εμβρόντητους τους Αντιοχείς με αυτή του την απόφαση, ο Ιωάννης αποσύρεται στο «μεγάλο πανεπιστήμιο της ερήμου». Διάλεξε μάλιστα το φτωχότερο μοναστήρι και υπέβαλλε τον εαυτό του σε σκληραγωγίες. Στα 4 χρόνια που έμεινε στη μονή μελετούσε ακατάπαυστα την Αγ. Γραφή, έγραψε διάφορους Λόγους και έκανε πολλά θαύματα. Θέλοντας, όμως, να αποφύγει τον έπαινο των ανθρώπων αποσύρθηκε στην έρημο όπου και ζούσε σαν επίγειος άγγελος. Δεν είχε κανένα υλικό αγαθό που θα τον παρηγορούσε (στρώμα, λυχνάρι, ή τραπέζι) και η μόνη του τροφή ήταν παξιμάδι και νερό. Υπέμενε τόσο τον καύσωνα της μέρας όσο και το ψύχος της νύχτας. Όμως από την πολλή κακοπάθεια ασθένησε βαριά και ένιωθε έντονους πόνους στα νεφρά. Γι΄ αυτό μετά από 2 χρόνια ερημικής ζωής αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αντιόχεια. Ήταν κι αυτό μέρος της θεϊκής οικονομίας, ώστε να γίνει γνωστή σε όλους η λαμπρή του προσωπικότητα.
Με την επιστροφή του ο Πατριάρχης Αντιοχείας Μελέτιος τον χειροτονεί αναγνώστη και αργότερα (παρά τη θέλησή του) χειροτονείται διάκονος (378) και ιερέας (383). Από τότε άρχισε μια ζωή ακατάπαυστης δραστηριότητας. Η Αντιόχεια ήταν μια πολυπληθής πόλη με 500.000 κατοίκους από κάθε φυλή. Ο Ιωάννης κατάφερε να πολεμήσει τη διαφθορά και να επιβληθεί πνευματικά. Ο οξύς του λόγος ξυπνούσε τα πλήθη και η ζωντάνια και η παραστατικότητά του συνέπαιρναν το ακροατήριο. Πολλές φορές ο κόσμος τον χειροκροτούσε για το χρυσό του στόμα ακόμα και μέσα στο ναό. Έγραψε 1.447 Λόγους και 249 επιστολές. Η φήμη του γρήγορα ξεπέρασε τα όρια της Αντιόχειας. Έτσι όταν το 397 πέθανε ο Πατριάρχης Κων/λης, κλήρος και λαός υποχρέωσαν τον Ιωάννη να αναλάβει τον Πατριαρχικό θρόνο. Μόλις εγκαταστάθηκε στο Πατριαρχείο απλούστευσε τη ζωή σε όλους τους τομείς. Κατάργησε κάθε πολυτέλεια, περιόρισε στο ελάχιστο τα έξοδα διατροφής, εκποίησε διάφορα πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή που δεν ήταν απαραίτητα και έδωσε τα χρήματα σε έργα αγάπης και ιεραποστολής. Ο Χρυσόστομος ως Πατριάρχης Κων/λης ήταν ο πρώτος που οργάνωσε συστηματικά την εξωτερική ιεραποστολή.
Παράλληλα έχτισε νοσοκομεία και κάθε είδους φιλανθρωπικά ιδρύματα, ενώ οργάνωνε καθημερινά συσσίτιο για 7.000 ορφανά, πτωχούς και χήρες. Μια τέτοια μορφή δεν άργησε να πέσει στη δυσμένεια των ισχυρών της Κων/λης. Η καθαρή ζωή και ο καυστικός λόγος του κίνησαν το φθόνο και την οργή ανάξιων επισκόπων και της ματαιόδοξης και φιλοχρήματης αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Κάποτε μάλιστα η άδικη αυτοκράτειρα είχε αρπάξει το χωράφι μιας φτωχής χήρας. Αυτό έκανε το Χρυσόστομο να ελέγχει δημόσια την Ευδοξία και το περιβάλλον της. Εκείνη με τη σειρά της μετά από αφάνταστες ραδιουργίες κατάφερε να τον εξορίσει. Το πλοίο στο οποίο επιβίβασαν τον Άγιο ξεκίνησε για την εξορία. Τη νύχτα, όμως, τρομερός σεισμός συγκλόνισε τη συνοικία των ανακτόρων, με αποτέλεσμα να ανακληθεί αμέσως το διάταγμα της εξορίας και να γυρίσει ο Χρυσόστομος στη θέση του.
Σε λίγους μήνες η αυτοκράτειρα αποφασίζει να στήσει ένα αργυρό άγαλμά της απέναντι από το ναό της Αγ. Σοφίας. Στα αποκαλυπτήρια, μάλιστα, του αγάλματος έγιναν και γιορτές με ειδωλολατρικό χαρακτήρα. Ο ασυμβίβαστος Χρυσόστομος ανέβηκε και πάλι στον άμβωνα και εκφώνησε έναν από τους πιο καυστικούς του λόγους. Τότε η Ευδοξία παίρνει για δεύτερη φορά την απόφαση να τον εξορίσει. Ο λαός αντιδρά, μα ο Ιωάννης τους παρηγορεί. Έτσι, οδηγείται στον Καύκασο, στην πιο απομακρυσμένη περιοχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, συνοδευόμενος από βάρβαρους στρατιώτες. Στα τρία χρόνια της εξορίας του στο χωριό Πιτιούντα του Καυκάσου δεν σταμάτησε το ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό του έργο. Όμως το σώμα του, αδύναμο και εξαντλημένο, δεν είχε πια άλλες δυνάμεις.
Κάποια μέρα, έχοντας προαισθανθεί το τέλος του ζήτησε να τον πάνε στην Εκκλησία του χωριού. Εκεί ντύθηκε στα λευκά, κοινώνησε και είπε: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Κύριε, εις τας χείρας Σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Και λέγοντας «Αμήν» αγκάλιασε την Αγ. Τράπεζα και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο στις 14 Σεπτεμβρίου 407 σε ηλικία 63 ετών. Με το θάνατο του Αγίου υπήρχαν από παντού διαμαρτυρίες. Ο λαός απαιτούσε τη μεταφορά του ιερού λειψάνου στην Κων/λη. Τελικά μετά από 27 χρόνια ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Β΄ διέταξε την αποκατάσταση της αδικίας. Στις 27 Ιανουαρίου 438 ο Πατριάρχης Πρόκλος συνοδευόμενος από μεγαλειώδη πομπή ανέβασε το λείψανο του Αγίου στον πατριαρχικό θρόνο του ναού των Αγ. Αποστόλων λέγοντας: «Ανάλαβε άγιε πατέρα το θρόνο σου και μίλησε στο λαό σου». Έτσι ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας δίδαξε με το θάνατό του πως ό,τι και αν συμβεί στην επίγεια ζωή μας ο θρίαμβος τελικά ανήκει στην αλήθεια.

Η φωτογραφία ανήκει στο koimisikallimasia.blogspot.com

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Οι Άγιοι Μηνάς, Βίκτωρ και Βικέντιος και Στεφανίδα (11 Νοεμβρίου)


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ "ο εν τω Κοτυαείω" ο μεγαλομάρτυρας
Έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ. επί Μαξιμιανού και Διοκλητιανού. Γεννήθηκε από ειδωλολάτρες γονείς στην Αίγυπτο, αλλά ο Μηνάς από έφηβος γνώρισε το Χριστό και αφοσιώθηκε με όλη του την καρδιά σ' Αυτόν. Όταν άπολύθηκε από τις τάξεις του στρατού, θέλησε να αποσυρθεί σε τόπο, όπου το σώμα του και το πνεύμα του να είναι εκτός κάθε ειδωλολατρικού ερεθίσματος. Κατέφυγε στο όρος Κοτυάειον της Φρυγίας, όπου μαζί με άλλους ζούσαν σαν μια αυτόνομη και ελεύθερη κοινωνία Χριστού. Όταν όμως εξερράγη ο διωγμός κατά των χριστιανών, ο Μηνάς δεν άντεξε και κατέβηκε στην πόλη να ομολογήσει το Χριστό. Σε μια πανήγυρη των ειδωλολατρών, όρμησε με θάρρος και εν μέσω όλων διακήρυξε ότι ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Αμέσως όλοι έπεσαν επάνω του, τον συνέλαβαν και ο δικαστής Πυρρός τον έκρινε ένοχο θανάτου. Τότε ο Μηνάς απάντησε: " Ώστε δικάζομαι σαν ένοχος επειδή στο πανηγύρι σας διακήρυξα την αλήθεια του Θεού μου, χωρίς να αγγίξω κανένα από σας. Τότε εσείς τι είσθε, όταν όχι μόνο τη θρησκεία μας βρίζετε, αλλά και με χίλια δυο βάσανα θανατώνετε νέους, γέρους, γυναίκες και παιδιά; Αυτή λοιπόν είναι ή δικαιοσύνη σας; Αυτά τα φώτα σας; Αυτός ο πολιτισμός σας; Μου προτείνετε να θυσιάσω στα είδωλα για να διαφύγω το θάνατο. Μη χάνετε λοιπόν τον καιρό σας. Το θύμα είναι μπροστά σας και δεν έχει ανάγκη της διαφυγής πού του προτείνετε. Διότι το αίμα μου θα φανεί ισχυρότερο και θα σας καταπνίξει". Εξαγριωμένοι από την απάντηση οι ειδωλολάτρες, με φρικτό τρόπο τον αποκεφάλισαν (304 μ.Χ.).
Ο ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΤΩΡ ο Μεγαλομάρτυρας
Ανήκει στο μαρτυρικό χορό, πού με το αίμα του πότισε το ζωηφόρο δένδρο της χριστιανικής πίστης τον δεύτερο αιώνα μετά Χριστόν, όταν βασιλιάς ήταν ο Αντωνίνος (160). ΟΙ υπηρεσίες του υπέρ του Ευαγγελίου, είχαν σαν στάδιο την Ιταλία. Εκεί ο Βίκτωρ έτρεχε σε διάφορες πόλεις και έσπερνε το λόγο της σωτηρίας. Συλλαμβάνεται γι' αυτό και εκβιάζεται να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Επειδή όμως δεν λύγισε, του έβγαλαν τα μάτια και τον κρέμασαν με το κεφάλι προς τα κάτω. Έτσι παρέδωσε τη γενναία και άγια ψυχή του.
Ο ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ο Διάκονος Ιερομάρτυρας
Ό Άγιος αυτός, υπήρξε στα χρόνια του βασιλιά Μαξιμίνου και ηγεμόνα Δατιανού (235). Ήταν Διάκονος στην Αυγουστόπολη (Σαραγόσα) της Ισπανίας και δίδασκε τον λόγο του Θεού μαζί με τον επίσκοπο Ουαλέριο. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Ουέσκα της Ισπανίας. Κάποτε λοιπόν, συνελήφθη μαζί με τον επίσκοπο και οδηγήθηκαν στον άρχοντα Δατιανό. Αυτός τους έδεσε με αλυσίδες και έτσι αλυσοδεμένους τους έστειλε στην πιο σκοτεινή φυλακή της πόλης Βαλέντια. Αφού πέρασαν μερικές μέρες, έβγαλε από τη φυλακή τον Βικέντιο και πρόσταξε να τον καταξεσχίσουν. Έπειτα τον κάρφωσαν επάνω σ' ένα σταυρό και χτύπησαν δυνατά όλα του τα μέλη. Κατόπιν έκαψαν τις πλευρές του και εξάρθρωσαν όλο το σώμα, με αποτέλεσμα ο Άγιος να παραδώσει το πνεύμα στον στεφανοδότη Θεό. Ευλαβείς χριστιανοί, πήραν το σώμα του και το έθαψαν με την αρμόζουσα τιμή.
Η ΑΓΙΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΑ
Ήταν γυναίκα ενός στρατιωτικού στην Ιταλία το 160, όταν βασιλιάς ήταν ο Αντωνίνος. Στο μεταξύ πέθανε ο άνδρας της και έμεινε χήρα. Αυτή λοιπόν, χριστιανή από τους προγόνους της ακόμα, βλέποντας τον Άγιο Βίκτωρα ότι βασανιζόταν υπερβολικά, τον μακάρισε για την ανδρεία του. Ή εκδήλωση της αυτή όμως, προκάλεσε τους ειδωλολάτρες και την οδήγησαν στον ηγεμόνα. Επειδή και εκεί ομολόγησε με θάρρος τον Χριστό, έδεσαν τα χέρια της στις κορυφές δύο δένδρων (φοινίκων), πού με τη βία λύγισαν, κατόπιν τα άφησαν ελεύθερα και όπως με ορμή επανήλθαν στην αρχική τους θέση, έσχισαν την 'Αγία στα δύο, και έτσι παρέδωσε την μακαριά ψυχή της στα χέρια του Θεού.

Απολυτίκιο. Ήχος δ’ (Ταχύ προκατάλαβε)

Τρισάριθμον σύνταγμα, των Αθλητών του Χριστού, συμφώνως
τιμήσωμεν, ως καθαιρέτας εχθρού, Μηνάν τον αοίδιμον, Βίκτωρα
τον γενναίον, και Βικέντιον άμα, τούτοις συνευφημούντες,

Στεφανίδα την θείαν. Αυτών Χριστέ Ικεσίαις, πάντας ελέησον.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ 11ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑ


Στον Ιερό Ενοριακό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιμασιάς
07:00 Πανηγυρικός Όρθρος
08:30 Θεία Λειτουργία
10:15 Δοξολογία
10:30 Πανηγυρικός της ημέρας από τη Διευθύντρια του Δημοτικού Σχολείου Καλλιμασιάς κ. Μαρία Σανδαλάρη.

10:45 Τρισάγιο στο Ηρώο - Κατάθεση στεφάνων.
Ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των νεκρών ηρώων.
Εθνικός Ύμνος από τους μαθητές του Σχολείου.
Αποχώρηση τμημάτων για την παρέλαση.
11:15 Παρέλαση
Χοροί από τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου και Γυμνασίου Καλλιμασιάς.
Τελετάρχης θα είναι η γυμνάστρια του Γυμνασίου κ. Μήνα Κρανάκη.

Η Πανήγυρις του Ταξιάρχη στην Καλλιμασιά



Στο κτητορικό παρεκκλήσιο του Ταξιάρχη εορτάστηκε και φέτος η Σύναξις των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων.


Το απόγευμα του Σαββάτου 7 Νοεμβρίου και ώρα 5μ.μ. τελέστηκε ο Πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής από τον εφημέριο πατέρα Γεώργιο ενώ στο ψαλτήρι του ναϋδρίου βρίσκονταν οι Ιωακείμ Ροδινός, Κωνσταντίνος Βενεκάς και Ιωάννης Μ. Κοντοποδιάς. Την εορτή κάνει μικρή αδελφότητα.
Φρεσκοβαμμένο εσωτερικά το παρεκκλήσιο και ευπρεπισμένο από την αγάπη των ευλαβών αδελφών, που το περιποιούνται, δέχτηκε τόσο την παραμονή, όσο και την ημέρα πολλούς ενορίτες - προσκυνητές.




Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου η ιερά πανήγυρις συνεχίστηκε με την τέλεση του Πανηγυρικού Όρθρου και της Θείας Λειτουργίας. Ο εφημέριος μίλησε στο εκκλησίασμα μετά την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου επί της ευαγγελικής περικοπής (θεραπεία αιμορροούσης, ανάσταση κόρης Ιάειρου), αλλά και για την εορτή των Ταξιαρχών.
Την εορτή ανήμερα της εορτής κάνει η ανακαινίστρια του παρεκκλησίου κ. Λεμονιά Θεοδωράκη και η οικογένειά της.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Η εορτή των Ταξιαρχών στην Καλλιμασιά

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΚΤΗΤΟΡΙΚΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ

ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ


Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009 πανηγυρίζει την ετήσιά του εορτή, της Συνάξεως των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, το κτητορικό παρεκκλήσιο του Ταξιάρχη στην Καλλιμασιά κατά το ακόλουθο πρόγραμμα:

ΣΑΒΒΑΤΟ 7 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

17:00 Πανηγυρικός Εσπερινός μετά αρτοκλασίας

ΚΥΡΙΑΚΗ 8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

07:00 Πανηγυρικός Όρθρος μετά αρτοκλασίας και Θεία Λειτουργία

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

28η Οκτωβρίου 2009 στην Καλλιμασιά

Με λαμπρότητα γιορτάστηκε και φέτος η εθνική εορτή της 28ης Οκτωβρίου 1940 και στην Καλλιμασιά, έδρα του Δήμου Ιωνίας.
Ο εορτασμός, όπως πάντα, ξεκίνησε από τον Ιερό Ενοριακό μας Ναό. 7 το πρωί οι καμπάνες του Ναού της Παναγίας μας ανάγγειλαν την έναρξη του εορτασμού με την έναρξη του Πανηγυρικού Όρθρου της εορτής της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Ακολούθησε η Θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου. Ο εφημέριος στο κήρυγμά του αναφέρθηκε στη διπλή εορτή, τη θεομητορική εορτή της Αγίας Σκέπης και την εθνική εορτή των νικητηρίων του 1940.


Στις 10:15 και αφού προσήλθαν οι Αρχές και τα Σχολεία τελέστηκε η Δοξολογία για την εθνική επέτειο από τον εφημέριο π. Γεώργιο και τον π. Βίκτωρα (εφημέριο Έξω Διδύμας και Παγίδας).




Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε ο θεολόγος καθηγητής του Γυμνασίου Καλλιμασιάς κ. Νικόλαος Μηλιανός.



Στη συνέχεια εν πομπή το εκκλησίασμα κατευθύνθηκε στο Ηρώο, στην κεντρική οδό, μπροστά από τα Σχολεία.


Τελέστηκε Τρισάγιο και έγινε κατάθεση στεφάνων. Τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των νεκρών ηρώων και αναπέμφθηκε ο Εθνικός Ύμνος από τους μαθητές και μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου.
Ακολούθησε η μαθητική παρέλαση.


 
Παρήλασαν οι μαθητές και οι μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου, του Γυμνασίου και του Λυκείου της Καλλιμασιάς.


 
Μετά το τέλος της παρέλασης έγινε προβολή επίκαιρου υλικού στην αίθουσα εκδηλώσεων του Γυμνασίου.



Τέλος ο Δήμος παρέθεσε κέρασμα για τους φορείς σε καφετέρια της Καλλιμασιάς.


Το φωτογραφικό υλικό είναι του θεολόγου - ιεροψάλτου και φωτογράφου Κωνσταντίνου Βενεκά.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Η Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου


Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος, τοῦ ὀφθέντος ποτέ, ἐν Βλαχέρναις Βύζαντος,
τῆς μόνης τὸν ποιητὴν ἡμῶν καὶ Κύριον, τεκούσης ἄνευ φθορᾶς·
τὸ Ἱερὸν γὰρ μαφόριον ἥπλωσε
καὶ πάντας τοὺς εὐσεβεῖς, περισκεπάσασα χαρίτων ἐνέπλησε,
καὶ πρὸς εὐφροσύνην θείαν συγκαλεῖται ἅπαντας,
τοῦ βοᾶν γηθοσύνως, χαῖρε Σκέπη πιστοὺς σκέπουσα.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Ιστορία του Αγίου Δημητρίου


Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Διοκλητιανός παρακινούμενος από τον Καίσαρα Γαλέριο, μέλος της «Τετραρχίας», εξαπέλυσε αληθινό πόλεμο εναντίον των χριστιανών. Ο χριστιανισμός, που είχε εξαπλωθεί από την Παλαιστίνη έως τον Πόντο και από την Μικρασία έως την κυρίως Ελλάδα και την Ιταλία, έχει να επιδείξει την εποχή αυτήν αναρίθμητες θυσίες και μαρτυρικούς θανάτους σε πόλεις όπως: η Αλεξάνδρεια, η Σμύρνη, η Αντιόχεια, η Θεσσαλονίκη, αλλά και σε περιοχές όπως η Κρήτη και η Κύπρος, με αποτέλεσμα, η εποχή αυτή να μείνει γνωστή στην ιστορία ως «εποχή μαρτύρων» του χριστιανισμού.

Με τον ερχομό του 4ου αι. ο χριστιανισμός είχε ήδη εδραιωθεί στην πόλη τής Θεσσαλονίκης, με πολυάριθμους χριστιανούς και Εκκλησίες οργανωμένες κατά τα πρότυπα της διδασκαλίας των Άγιων Αποστόλων. Εκλεκτό μέλος της των Θεσσαλονικέων Εκκλησίας ήταν και ο Άγιος Δημήτριος, ο όποιος προήρχετο από ευσεβείς γονείς, από τους πλέον επισήμους «άρχοντας των Μακεδόνων», «πατέρας θαυμαστώ τω γένει, πολύ δέ τη ψυχή θαυμαστότερος». Είχε δε προικιστεί παρά του Δωρεοδότου παντός αγαθού με πλήθος σωματικών και πνευματικών χαρισμάτων. «Γένους σεμνότητος, ουσίας άφθονου, ισχύος σώματος, κάλλους ίσότης, ηθών ευγένεια καί ή διά πάντων τούτων αρμονία καί σύμβασις»2. Εις τά χαρίσματα αυτά προσετέθη ή μόρφωσις καί ή παιδεία, «ή τών λόγων άσκησις εγγύς συνέφυ»1. Με την πνευματική του υπεροχή την ωραία εμφάνιση, την ευσέβεια και την ηθική του γενναιότητα ο Δημήτριος έγινε πολύ γρήγορα γνωστός σε ολόκληρη την πόλη, «άντί ψυχής τή πόλει καθίσταται»4 και προεβλήθη ώς ιδεώδες τελείου άνθρωπου. Καταγινόταν δε κυρίως εις το να μαθαίνει το καλό και να γυμνάζεται στην πολεμική τέχνη, διότι αυτό συνδυάζει άριστα τη φρόνηση και την ανδρεία με τη στρατηγική πείρα. Η φήμη του έφθασε και μέχρι του βασιλέως Μαξιμιανού Γαλερίου, ο όποιος εκτιμώντας τις αρετές του τον προσέλαβε αρχικώς ως μέλος της συγκλήτου της πόλεως και εν συνεχεία τον τίμησε με το αξίωμα του Δουκός, διορίζοντάς τον στρατηγό όλης της Θεσσαλίας.

Ως χριστιανός ο Δημήτριος, δεν περιορίστηκε μόνον στη λατρεία του μόνου και αληθινού Θεού, αλλά προχώρησε με ζέση και ζήλο στο ιεραποστολικό έργο, φωτίζοντας και διδάσκοντας τόσο με τη φωτεινή παρουσία του, όσο και με τούς «θείας εμπνεύσεως» ήρτυμένους κατηχητικούς λόγους του, σπείροντας τον σπόρο του Ευαγγελίου στην αγαθή των Θεσσαλονικέων γη, για να προσφέρει μέχρι σήμερα ή Θεσσαλονίκη ευχύμους τούς καρπούς τής πίστεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο «σοφός, παρθένος και όσιος και, ως ειπείν πάγκαλος τε και παναμώμητος και φύσει και σπουδή και χάριτι λαμπρυνόμενος»5 Δημήτριος, ανεδείχθη διδάσκαλος και απόστολος. Η μόρφωση και η παιδεία του με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, κατέστη «όπλον και άμυντήριον ένυπόστατον» και οικοδομικό εργαλείο και γεωργική σκαπάνη και άροτρο και αλιευτική σαγήνη και ό,τι άλλο παρόμοιο, ώστε «ουδείς είχεν άντιστήναι τη του Δημητρίου σοφία και τω Πνεύματι ο έλάλει». Καλλιεργώντας έτσι ο Δημήτριος τον αμπελώνα του Κυρίου της αγαπημένης του πόλεως, «καταγραφών τά ρήματα τής αιωνίου ζωής» στις καρδιές των Θεσσαλονικέων ειδωλολατρών, περιέλαβε στη σαγήνη του κηρύγματος του, εκτός της Θεσσαλονίκης, την Αττική και την Αχαΐα, ώστε να καταστεί από τότε ακόμη «θαύμα έν λόγοις θείοις Δημήτριος καί εύωδία Χρίστου». Ο Μάρτυς συνήθιζε να διδάσκει στην «χαλκευτική στοά» σε υπόγειο του Ναού τής Αειπαρθένου Θεομήτορος, πού ονομαζόταν Καταφυγή, κοντά στο δημόσιο λουτρό.
Ήδη ο αυτοκράτωρ Μαξιμιανός Έρκούλιος ευρισκόμενος στη Θεσσαλονίκη, για να συγκεντρώσει στρατό εναντίον των Ισαύρων, εκτιμώντας το λαμπρό, περίδοξο και περίβλεπτο γένος του Δημητρίου, ως επίσης και τις αρετές πού συγκέντρωνε, τον είχε ανακηρύξει ανθύπατο και αυθέντη όλης της Ελλάδος δίδοντας του την ανάλογη στρατιωτική στολή, το δακτύλιο και τον υπατικό ωρατίωνα, τα όποια έφερε ως διακριτικά της στρατιωτικής εξουσίας του, αλλά και ως μυστικά σύμβολα τής διδασκαλικής αξίας και προεδρίας, που μυστικά του χάρισε ο αληθινός και Ουράνιος Βασιλεύς του, ο Χριστός.
Ο Μαξιμιανός, αφού υπέταξε τους Σκύθες καί τους Σαυρομάτες, επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος θυσιάζοντας στα είδωλα από όσες πόλεις διάβαινε. Ήρθε και στη Θεσσαλονίκη και μερικοί από τους ειδωλολάτρες της πόλης, έχοντας στην καρδιά τους τον Πονηρό και επιθυμώντας να τιμηθούν από τον βασιλιά του είπαν: «Μεγαλειώτατε, σέ παρακαλοΰμεν νά μας ακούσεις, διότι επιθυμούμε το συμφέρον της βασιλείας σου. Γνώρισε λοιπόν, πως ο Δημήτριος, ο οποίος τιμήθηκε με το βαθμό του ηγεμόνα τής Θεσσαλίας, αρνήθηκε την παραδοσιακή θρησκεία και πιστεύει στον Χριστό, εκείνον τον όποιον σταύρωσαν οι Εβραίοι. Επιπλέον, κηρύττει φανερά αυτόν τον Χριστό ως Θεό αληθινό. Και καθημερινώς ακούνε τούς πλανεμένους λόγους του οι άνθρωποι, αφήνουν την θρησκεία τους και γίνονται Χριστιανοί».

Ο βασιλιάς, όταν άκουσε αυτά τα λόγια, κατ’ αρχάς λυπήθηκε, διότι θα έχανε τέτοιον άνθρωπο, έπειτα όμως, θέλοντας να διαπιστώσει και ο ίδιος την αλήθεια, διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Επήγαν οι άνθρωποι του βασιλιά στην «Καταφυγήν» και βρήκαν τον Άγιο καθήμενο και διδάσκοντα τον λόγο του Θεού, οπότε τον άρπαξαν αμέσως και τον παρουσίασαν στον βασιλιά. Ο Άγιος δεν αντιστάθηκε καθόλου, άλλά με χαρά στάθηκε μπροστά του. Ο βασιλιάς λέει προς τον Δημήτριο: «Τέτοια τιμή περίμενα να μου δώσεις; Έτσι ήλπιζα να με τιμάς και σε ανεβίβασα σε τέτοιο βαθμό; Εγώ σε ανέδειξα ηγεμόνα τής Θεσσαλονίκης και συ ούτε ένα μίλι δεν εξήλθες της πόλεως δια να με προϋπαντήσεις;» Άκουσας αυτά ο Άγιος απήντησε: «Βασιλιά μου, εγώ τιμώ την βασιλεία σου, τιμώ όμως περισσότερο από εσένα τον Θεό του ουρανού και τής γης, ο οποίος είναι βασιλιάς όλου του κόσμου». «Και ποιος είναι ο Θεός σου και βασιλεύς;». Ο Άγιος απήντησε: «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εκείνος είναι Θεός αληθινός και Βασιλεύς Παντοκράτωρ». Ο βασιλιάς του λέγει πάλι: «Λοιπόν αυτόν πιστεύεις εσύ και δια τούτο δεν καταδέχεσαι εμάς, αναξιε τής τιμής; Και τι καλό είδες από τον Χριστό σου και τον έχεις Θεό και Βασιλέα; Δεν είναι θεός ο Ζευς, ο Απόλλων και οι λοιποί, άλλά ο Χριστός σου; Δεν σε τίμησα εγώ και σε διόρισα ηγεμόνα της Θεσσαλίας; Αυτά αποδίδεις σε εμάς, αχάριστε άνθρωπε; Τέτοιος φαίνεσαι προς τούς μεγάλους θεούς και εμάς; Εγώ λοιπόν θα σου ανταποδώσω κατά την μολυσμένη γνώμη σου. Θα βασανισθείς και θα τιμωρηθείς με πολλά βάσανα για να μάθεις ποιος είμαι εγώ και ποιος είσαι εσύ, και τι μπορεί να κάνει ο Θεός σου για σένα». Ο Άγιος απεκρίθη: «Βασιλιά, τις τιμωρίες και τα βάσανα με τα όποια με απειλείς, εγώ τα θεωρώ ως χαρά και αγαλλίαση. Διότι αυτά θα μου χαρίσουν τη βασιλεία των ουρανών και ατελείωτη τιμή». Ο βασιλιάς θύμωσε υπερβολικά εναντίον του Δημητρίου. Έπειτα όμως, θέλοντας να ταπεινώσει τη γνώμη του, πρόσταξε να τον φυλακίσουν, συλλογιζόμενος ότι, αν καταφρονηθεί και φυλακισθεί, θ' αναγκασθεί να αλλάξει γνώμη. Επήραν οι στρατιώτες τον Άγιο και τον οδήγησαν σε τόπο ακάθαρτο. Δηλαδή σε λουτρό παλαιό στα υπόγεια του οποίου χύνονταν απόνερα. Εισερχόμενος ο Άγιος στον τόπο εκείνο, είδε μπροστά του ένα μεγάλο σκορπιό ο όποιος προσπαθούσε να τον κεντρίσει. Ό Άγιος εποίησε το σημείο του Τιμίου Σταύρου και είπε: «Είς τό όνομα του Ιησού Χριστού, ο οποίος είπε να πατάμε επάνω όφεων και σκορπιών και επί πασαν την δύναμιν του εχθρού» (Λουκ. Ι' 19). Αυτό είπε και πάτησε εκείνον τον σκορπιό, και αμέσως εμφανίσθηκε Άγγελος Κυρίου επάνω αυτού, κρατώντας στεφάνι χρυσό, και είπε προς αυτόν: «Χαίρε Δημήτριε στρατιώτα του Χριστού, έχε θάρρος, ενδυναμού και νίκα τούς εχθρούς σου». Και έβαλε το στεφάνι στο κεφάλι του μάρτυρα. Ο Άγιος παρέμεινε στον βρωμερό εκείνο τόπο, στερημένος από τη συναναστροφή ανθρώπων, παρηγορούμενος υπό του Θεού. Ο παράνομος βασιλιάς, χαίρονταν να βλέπει στις θυσίες των ειδώλων αιματοχυσίες και φόνους ανθρώπων. Πρόσταξε τότε να εκτελέσουν τον αγώνα του πεντάθλου, διότι οι βασιλείς των Ελλήνων είχαν αυτή τη συνήθεια. Σε όποια πόλη πήγαιναν για πρώτη φορά, έβαζαν τούς ανθρώπους και έτρεχαν, πάλευαν, έριχναν τον λίθο, πηδούσαν και σκόπευαν με τα δόρατα συγκεκριμένους στόχους. Αυτά τα πέντε αγωνίσματα τα ονόμαζαν πένταθλο και όποιος νικούσε σε ένα από αυτά, τον τιμούσαν οι βασιλείς και του πρόσφεραν δώρα. Ο βασιλιάς κάθισε σε τόπο υψηλό για να βλέπει τα αγωνίσματα. Ένας από αυτούς πού πάλευαν ήταν άνθρωπος του βασιλιά και ονομαζόταν Λυαίος και ήταν από την πόλη Ουάνδηλα της Σκυθίας.
Ήταν ψηλός και δυνατός και ο βασιλιάς τον είχε μαζί του για να του προξενεί τιμή και έπαινο. Επιπλέον δε, ο βασιλιάς για τις νίκες του, του χάριζε πλούσια δώρα. Κάποιος νέος από την Θεσσαλονίκη, ωραίος στην όψη, ο Άγιος Νέστορας, ο οποίος ήταν κρυφός χριστιανός και γνωστός του Αγίου Δημητρίου, βλέποντας τον Λυαίο να φονεύει τούς ανθρώπους και ο βασιλιάς να ευχαριστείται για τις νίκες του, αλλά και θέλοντας να δει τη δύναμη του αληθινού Χριστού του Θεού, πήγε στο λουτρό πού ήταν φυλακισμένος ο Άγιος Δημήτριος και του είπε: «Δούλε του Θεού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και αύθέντα μου, ο μιαρός βασιλιάς χαίρεται με τις πράξεις του Λυαίου. Η ψυχή μου επιθυμεί να παλέψει μαζί του, μόνον ευλόγησόν με και ενδυνάμωσαν με να υπάγω να τον νικήσω». Τότε ο Άγιος Δημήτριος εποίησε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο του Νέστορος και του είπε: «Ύπαγε και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Αναχώρησε λοιπόν ο Νέστορας και πήγε στον τόπο όπου γινόταν ο αγώνας τής πάλης και αμέσως φώναξε: «Ω Λυαίε, έλα να παλέψουμε οι δύο». Ο βασιλιάς, ο όποιος καθόταν σε ψηλότερο μέρος, μόλις είδε τον Νέστορα, νέο στην ηλικία, είκοσι περίπου ετών, μήνυσε σ’ αυτόν να πάει μπροστά του και του είπε: «Νεανία, δεν λυπήθηκες τη ζωή σου, αλλά ήλθες να παλέψεις με τον Λυαίο; Δεν βλέπεις πόσους νίκησε; Δεν βλέπεις πόσα αίματα έχυσε; Δεν λυπάσαι την ομορφιά και τα νιάτα σου; Μήπως αναγκάζεσαι από τη πτωχεία να επιθυμείς τον θάνατο σου; Δεν πρέπει όμως να συμπλακείς με τον Λυαίο για να μη θανατωθείς. Αν δε είσαι πτωχός, να σε πλουτίσω εγώ, μόνο να μην απολέσεις τη ζωή σου». Ο Νέστορας απάντησε στο βασιλιά: «Εγώ πτωχός δεν είμαι, ούτε καταφρονώ τη ζωή μου, αλλά και πλούτο έχω και τη ζωή μου αγαπώ. Θέλω όμως να παλέψω με τον Λυαίο για να λάβω τιμή, διότι αν και είμαι πλούσιος, τιμή όμως δεν έχω, επομένως τι θέλω τον άτιμον πλούτον; Αγαπώ λοιπόν να τιμηθώ και να φανώ καλύτερος από τον Λυαίο, διά τούτο αποφασίζω να κινδυνεύσω». Όταν ο βασιλιάς είδε ότι ο νέος δεν ακούει, τον άφησε. Ο Άγιος Νέστωρ, αμέσως πλησίασε τον Λυαίο, έρριψε το επανωφόριό του και φώναξε: «Ο Θεός του Δημητρίου βοήθει μοι». Αμέσως με το σπαθί του χτύπησε τον Λυαίο στο κέντρο της καρδίας του, οπότε αυτός έπεσε νεκρός. Ο βασιλιάς ταράχθηκε. Κάλεσε τον Νέστορα και του είπε: «Νέε, με ποιες μαγείες νίκησες τον Λυαίο; Αυτός φόνευσε τόσους ανθρώπους δυνατότερους από εσένα και εσύ πώς τον θανάτωσες;». Ο Άγιος Νέστορας απεκρίθη: «Εγώ βασιλιά μου δεν ενίκησα τον Λυαίο με μαγείες, αλλά με τη δύναμη του Ιησού Χριστού, του αληθινού Θεού». Ο βασιλιάς εξοργίστηκε και διέταξε έναν από τούς άρχοντες, τον Μαρκιανό, να εκβάλει τον Νέστορα έξω από τη λεγόμενη Χρυσή Πύλη και να τον αποκεφαλίσει με το σπαθί του. Και έτσι ετελειώθη ο Άγιος Νέστωρ κατά τον λόγο του Αγίου Δημητρίου.


Ο βασιλιάς με λύπη αναχώρησε για το παλάτι, μονολογώντας: «Μα την δύναμη των μεγάλων θεών, από μαγείες φονεύθηκε σήμερα ο φίλος μου ο Λυαίος». Μόλις έμαθε ότι ο Λυαίος φονεύθηκε με οδηγίες του Δημητρίου, πρόσταξε τούς στρατιώτες να υπάγουν στο λουτρό και να φονεύσουν τον Άγιο Δημήτριο «ο φιλών με, απελθών, βαλέτω Δημήτριον». Επήγαν οι στρατιώτες και ελόγχευσαν τον Άγιο με τις λόγχες τους σε όλο του το σώμα. Ο πρώτος λογχισμός ήταν στη δεξιά του πλευρά, διότι μόλις τους είδε ο Άγιος, ύψωσε μόνος του την δεξιά του χείρα για να τον λογχεύσουν. Με αυτό το μαρτύριο ετελειώθη ο Άγιος Δημήτριος. Ευλαβείς χριστιανοί ήλθαν κρυφά, για το φόβο του βασιλιά, στο λουτρό εκείνο και ενταφίασαν το λείψανο στο μέρος εις το όποιο ετελειώθη.
Κάποιος φίλος του Αγίου, ο Λούπος, ο οποίος βρισκόταν εκεί κατά την ώρα του μαρτυρίου, έβγαλε το δαχτυλίδι του Αγίου από το δεξί του δάκτυλο και πήρε το μανδήλιόν του και το επανωφόριόν του από τους ώμους του και τα έβαψε στο αίμα του Μεγαλομάρτυρα και μ’ αυτά ενεργούσε θαύματα πολλά. Αρρώστους γιάτρευε και δαιμονισμένους θεράπευε. Ο βασιλιάς, μόλις τα έμαθε αυτά, έστειλε στρατιώτες και αποκεφάλισαν τον Λούπον σε κάποιον τόπο ονομαζόμενο Τριβουνάλιον.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ετελειώθη «ο αυτόχθων ημίν και ημεδαπός Πολιούχος, το μέγα τής οικουμένης θαύμα, το μέγα της ιεράς εκκλησίας ωράισμα, ο πολύς τα πάντα, και θαυματουργός και Μυροβλήτης Δημήτριος». Ο Πανένδοξος και Καλλίνικος Μάρτυς, υπήρξε «ηγαπημένος τοϋ Χρίστου μαθητής ή παίς ή φίλος άκρος και οικειότατος», ομοιάζοντας προς Αυτόν ως προς τα μαρτύρια τα όποια υπέστη, την απέραντη καρτερία του και ως προς την διδαχή την οποίαν ανέλαβε «κατά χάριν του Δεσπότου μίμησιν»6. Ό μαρτυρικός του θάνατος ονομάσθηκε «Χριστομίμητος σφαγή», διότι ώς αναφέρει ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας απευθυνόμενος προς τον Άγιο: «Έμαρτύρησεν εκείνος επί Ποντίου Πιλάτου τήν καλήν όμολογίαν, έμαρτύρησας καί αυτός τήν καλήν όμολογίαν έκείνω. Δεδεμένον έμαθες έδέθης αυτός. Έδέξατο τη πλευρά τήν πληγήν ό Δεσπότης καί σύ τούτω τα μέρει τά πληγάς έκείνας έδέξω. Υπέρ ανθρώπων εκείνος είλετο τήν τελευτήν υπέρ αυτού καί τών ανθρώπων έτελεύτησας αυτός. Ω Χριστού μέν εταίρε, Χριστού δέ μιμητά». «Πασα δέ ή πόλις παρρησιαζόμεθα τήν εύσέβειαν, έπί τω μαρτυρίω τοϋ Μεγάλου Δημητρίου καυχώμενοι». Και αυτό διότι ο μέγας εν τοις αγίοις αυτού Θεός ημών θέλοντας να αντιδοξάσει τον δοξάσαντα Αυτόν Μάρτυρα, οικονόμησε ώστε να αναβλύσει ή αγάπη του Άγιου, χαρίζοντας την ίαση εκ των σωματικών και ψυχικών ασθενειών δια του μύρου πού άρχισε να εκρέει από το λογχισμένο πάναγνο σώμα του Αθλοφόρου. Μπροστά λοιπόν σε μία τέτοια αγάπη και στις τόσες δωρεές του Μάρτυρα, «τις ημίν ισχύς πρός άνταπόδοσιν πολλαπλασιάζομεν αύτώ τήν πανήγυριν», ώστε το Μαρτύριο του Αγίου να μη σταματά το θαυμασμό και μόνον των πιστών εγκωμιαστών του, αλλά και να ενεργεί μυστικώς στην καρδιά του κάθε χριστιανού, ούτως ώστε ο πιστός να μιμείται έργω πλέον τον Άγιο, διότι κατά τούς Πατέρες τής Εκκλησίας, «τιμή Μάρτυρος, μίμησις αυτού».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Ιωακείμ "Ιβηρίτου, "Ιωάννου Σταυρακίου, «Λόγος εις τά θαύματα τοϋ Αγίου Δημητρίου», Μακεδόνικα, τόμ. 1ος, Θεσσαλονίκη 1940, σελ. 336.
2. Θεοδώρου Μετοχίτου, «Εις τόν Άγιον Μεγαλομάρτυρα καί Μυροβλήτην Δημήτριον», Μακεδόνικα, τόμ. 4ος (1955-1960), Θεσσαλονίκη 1960, σελ. 59.
3. Ένθ. άνω Γ.
4. Αυτόθι
5. Ιωάννου, "Υμνος είς τόν θείον καί πανένδοξον Δημήτριον κ.λπ., φ. 53α.
6. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία ΝΓ, Είς τόν έν Άγίοις Μεγαλομάρτυρα καί θαυματουργόν Μυροβλύτην Δημήτριον, PG 151, 136.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Η εορτή του Αγίου Δημητρίου στην Καλλιμασιά

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΚΤΗΤΟΡΙΚΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ


Την Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009 πανηγυρίζει την ετήσιά του εορτή, του Αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου, το κτητορικό παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητρίου στην Καλλιμασιά κατά το ακόλουθο πρόγραμμα:

ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
17:30 Πανηγυρικός Εσπερινός μετά αρτοκλασίας

ΔΕΥΤΕΡΑ 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
07:00 Πανηγυρικός Όρθρος μετά αρτοκλασίας και Θεία Λειτουργία

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΡΙΑΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ

ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΟΜΑΔΑ ΣΚΑΚΙ

Προπονητής: Μιχάλης Κουνέλης

ΣΑΒΒΑΤΟ 12:30 μ.μ. - 1:30 μ.μ. Ενοριακή αίθουσα


ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

Εκπαιδευτής: Μιχάλης Γ. Ψαλτάκης

ΣΑΒΒΑΤΟ 5 μ.μ. - 8 μ.μ. (4 τμήματα) Ενοριακή αίθουσα


ΕΝΟΡΙΑΚΕΣ ΜΑΘΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΕΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ

Γυμνασίου: 11 π.μ. - 12 μ. Ενοριακή αίθουσα - π. Γεώργιος Κωνσταντίνου, Κώστας Καρατζάς

Δημοτικού Σχολείου: 12 μ. - 1 μ.μ. Ενοριακή αίθουσα / Ιερός Ναός - Κώστας Καρατζάς

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος (23 Οκτωβρίου)


Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα (από την Εκκλησιαστική Παρέμβαση της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου)


Ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος είναι ο πρώτος Ιεράρχης των Ιεροσολύμων. Ήταν γιός του Ιωσήφ, του μνήστορος της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την πρώτη του γυναίκα και ενομίζετο από τους Ιουδαίους ως αδελφός του Κυρίου. Αλλά εκτός αυτού ονομάζεται Αδελφόθεος για τους εξής λόγους: “Πρώτον, για την θαυμαστή πολιτεία του και τις πολλές αρετές του, εξ αιτίας των οποίων ονομαζόταν από όλους δίκαιος. Δεύτερον, επειδή δεν ήταν συγκαταριθμημένος στον χορό των δώδεκα Αποστόλων και δεν είχε το προνόμιο να ονομάζεται Απόστολος, του δόθηκε το προνόμιο να ονομάζεται Αδελφόθεος και τρίτον, επειδή έκανε τον Χριστό συγκληρονόμο στο μερίδιο της πατρικής περιουσίας, ενώ οí άλλοι τρεις αδελφοί του αρνήθηκαν να πράξουν το ίδιο”. (Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Επτά Καθολικαί Επιστολαί, σελ. 2). Ετιμάτο περισσότερο από όλα τα αδέλφια του και αυτό φαίνεται και από τα όσα λέγει ο ιερός Χρυσόστομος για τους συγγενείς του Χριστού κατά σάρκα. Ότι, δηλαδή, ονομάζονταν από όλους τους πιστούς Δεσπόσυνοι, αλλά ο άγιος Ιάκωβος “εθεωρείτο ο πρώτος των Δεσποσύνων απάντων”. (ένθ’ ανωτ., σελ. 2). Ετιμάτο, επίσης, από όλους τους Αποστόλους και η γνώμη του ελαμβάνετο σοβαρά υπ’όψιν, όπως μαρτυρούν και οι “Πράξεις των Αποστόλων”.

Την μοναδική Επιστολή που συνέγραψε, την απευθύνει όχι προς τους πιστούς μίας συγκεκριμένης τοπικής Εκκλησίας, αλλά προς όλους καθολικώς τους πιστούς, προς όλους τους Ιουδαίους, που πίστευσαν στον Χριστό και ήσαν διεσπαρμένοι σε όλα τα μέρη του κόσμου, και γι’ αυτό ονομάζεται καθολική Επιστολή. “Στην επιστολή αυτή διδάσκει, πρώτον, την διαφορά που έχουν οι πειρασμοί. Ποιός πειρασμός γίνεται στον άνθρωπο κατά παραχώρηση του Θεού και ποιός προξενείται από την επιθυμία του ανθρώπου. Δεύτερον, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να δείχνουν την πίστη τους όχι μόνον με λόγια αλλά κυρίως με έργα. Τρίτον, παραγγέλλει να μη προτιμώνται στην Εκκλησία οι πλούσιοι περισσότερον από τους πτωχούς, αλλά μάλλον να επιπλήττονται οι πλούσιοι ως υπερήφανοι. Τέταρτον δε και τελευταίο, αφού παρηγορεί ο Άγιος εκείνους που αδικούνται και τους παρακινεί να μακροθυμούν και να υπομένουν μέχρι την Δευτέρα παρουσία του Χριστού, δείχνοντάς τους με το παράδειγμα του Ιώβ το πόσον χρήσιμη είναι η υπομονή, παραγγέλλει στους ασθενείς να προσκαλούν τους ιερείς να τους χρίουν με έλαιο. Και όλοι οι πιστοί να προσπαθούν να επαναφέρουν στο δρόμο της αλήθειας αυτούς που έχουν πλανηθεί από αυτή, επειδή σε αυτούς δίδεται μισθός από τον Κύριο, η άφεση των αμαρτιών τους”. (Αγίου Νικοδήμου, ένθ’ ανωτ., σελ. 2).

Ο άγιος Ιάκωβος συνέγραψε την πρώτη θεία Λειτουργία, η οποία είναι κατανυκτική και διασώζει τον τρόπο λατρείας των Χριστιανών των Αποστολικών χρόνων. Τελείται και σήμερα, την ημέρα της εορτής του, αλλά και την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.

Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος, σύμφωνα με τον άγιο Θεοφύλακτο, ονομαζόταν μικρός σε αντιδιαστολή με τον Απόστολο Ιάκωβο, τον αδελφό του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, ο οποίος εκαλείτο μέγας, επειδή ανήκε στον χορό των δώδεκα Αποστόλων. “Ήσαν δε και γυναίκες από μακρόθεν θεωρούσαι, εν αίς και Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιακώβου του μικρού και Ιωσή μήτηρ” (Μάρκ. ιε΄, 40). Η δεύτερη Μαρία είναι η Θεοτόκος, η οποία ενομίζετο μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή.

Το τέλος της ζωής του ήταν μαρτυρικό. Επειδή με τον ένθεο ζήλο του οδήγησε πολλούς στην θεογνωσία, τον γκρέμισαν οι Ιουδαίοι από το πτερύγιο του Ναού και όταν είδαν ότι εξακολουθούσε να ζη τον λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου.

Η επιστολή του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου είναι ένα καταπληκτικό κείμενο, το οποίο προξενεί στην ψυχή αληθινή παρηγοριά, ανεκλάλητη χαρά και αποδιώχνει κάθε είδους απελπισία. Ρυθμίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τις διαπροσωπικές σχέσεις.Τονίζει, ότι δεν πρέπει να χωρίζονται οι άνθρωποι σε ομάδες, ανάλογα με τα χρήματα και τα αξιώματα που διαθέτουν, αλλά θα πρέπη να επιδεικνύεται προς όλους ο ίδιος σεβασμός, επειδή είναι εικόνες του Χριστού. Υποδεικνύει την οδό της καθάρσεως, της θεραπείας της ψυχής από τα πάθη, για να φωτισθή ο νούς και να αποκτήση ο άνθρωπος προσωπική γνώση του Θεού. Αλλά δεν παραλείπει να τονίση και την αξία της παρουσίας του Ιερέως - Θεραπευτού - καθώς και την χρησιμοποίηση υλικών στοιχείων, όπως το λάδι, το οποίο αγιάζεται και δι’ αυτού ενεργεί η άκτιστη Χάρη του Θεού.

Επίσης, κάνει λόγο για την ανθρώπινη σοφία και την αντιπαραβάλλει με την σοφία την “άνωθεν κατερχομένην”, την οποία ονομάζει αγνή, ειρηνική, επιεική, ευπειθή, γεμάτη ευσπλαχνία και αγαθούς καρπούς, αμερόληπτη και ειλικρινή, επειδή είναι απαλλαγμένη από τα πάθη, τα οποία προκαλούν έριδες, μαλώματα, ακαταστασία “καί πάν φαύλον πράγμα”. Υπάρχουν σοφοί κατά Θεόν και σοφοί κατά κόσμον, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που κατέχουν και τις δύο σοφίες. Άλλωστε, η ανθρώπινη σοφία πλουτίζει την διάνοια, ενώ η σοφία του Θεού η ενυπόστατος, που είναι ο ίδιος ο Χριστός, πλουτίζει την καρδιά με την άκτιστη θεία Χάρη και της χαρίζει όλα εκείνα τα αγαθά που αποζητά ο άνθρωπος και τα απαριθμεί ο Απόστολος Παύλος, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη κ.λ.π. Με την λογική κατανοεί ο άνθρωπος το γράμμα των όσων ακούει ή αναγινώσκει, ενώ με τον φωτισμένο νού έχει την δυνατότητα να εισδύη στο βάθος των λεγομένων και αναγινωσκομένων και έτσι μπορεί να κατανοή το πνεύμα και το βαθύτερο νόημά τους και να τα ερμηνεύη σωστά.

Η μελέτη του βίου και της επιστολής του αγίου Ιακώβου βοηθά τον πιστό να ενταχθή στην προοπτική της θεραπείας, δια της οποίας αποκτά αληθινή γνώση του εαυτού του, εμπειρική γνώση του Θεού και πραγματική κοινωνία με τους συνανθρώπους του.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Ο Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής ο Επίσκοπος Κυζίκου (8 Αυγούστου)

Στο βιβλίο της κ. Πόπης Χαλκιά - Στεφάνου "Οι Άγιοι της Χίου" στις σελίδες 667, 668 και 669 παρατίθενται πληροφορίες για τον βίο του Αγίου Αιμιλιανού του Ομολογητή και περιγραφή της δια θαλάσσης τιμητικής μεταφοράς της εικόνας του Αγίου στην ομώνυμη παραλία και από κει στο Ναό του για την τέλεση του Αρχιερατικού Εσπερινού...




Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Οσία Ματρώνα η Χιοπολίτις (20 Οκτωβρίου)


ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΤΡΩΝΗΣ
Ἡ μνήμη αὐτῆς τιμᾶται τὴν 20ὴν Ὀκτωβρίου

Ἡ Ματρῶνα ἡ Ὁσία καὶ θαυματουργὸς Μήτηρ ἡμῶν ἦτο ἀπὸ τὴν νῆσον Χίον, ἀπὸ τὸ χωρίον τὸ καλούμενον ἕως τὴν σήμερον Βολισσός, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ ἐπάνω βόρειον μέρος τῆς Χίου· καὶ ὁ μὲν πατὴρ αὐτῆς ὠνομάζετο Λέων, ἡ δὲ μήτηρ Ἄννα, ἦσαν δὲ οὗτοι εὐσεβεῖς χριστιανοί, καὶ μὲ ὅλα τὰ χριστιανικὰ ἤθη καὶ ἔργα κεκοσμημένοι, προσέτι καὶ εἰς τὸν πλοῦτον καὶ εἰς τὰ ἄλλα κοσμικὰ ἀγαθὰ ἦσαν ἐπισημότεροι τῶν ἄλλων τοῦ χωρίου. Εἶχον δὲ αὐτοὶ καὶ ἄλλας ἓξ θυγατέρας καὶ μὲ τὴν Μαρίαν ἑπτά (διότι Μαρία, ὠνομάζετο ἡ Ἁγία καὶ μετωνομάσθη ὕστερον Ματρῶνα). Αὕτη λοιπὸν ἡ Μαρία (ἡ ὁποία ἦτο ἡ μικροτέρα τῶν ἄλλων θυγατέρων), ὅταν ἦλθε καιρὸς νὰ τὴν νυμφεύσωσιν οἱ γονεῖς της, δὲν ἠθέλησεν, ἀλλ᾿ ἐπρόκρινεν, ὡς φρονίμη, νὰ φυλάξῃ παρθενίαν καὶ καθαρότητα, διὰ νὰ γίνῃ νύμφη καλὴ καὶ ἄμωμος τοῦ ἀθανάτου Νυμφίου Χριστοῦ· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἡ ἀληθὴς παρθενία καὶ καθαρότητα, καὶ ἡ ἀφθορία δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κατορθωθῆ μέσα εἰς τὸν κόσμον, εἰς τὴν συναναστροφὴν τῶν πολλῶν, ὁμοίως καὶ τὰ ἄλλα καλά, μὲ τὰ ὁποῖα λαμπρύνεται ἡ λαμπὰς τῆς παρθενίας, μέσα εἰς τὸν κόσμον ἀπαντῶσα πολλὰ ἐμπόδια, διὰ τοῦτο ἡ μακαρία ἀνεχώρησε κρυφίως ἐκ τῆς συγγενείας της ἀφῆκε τὸν πατέρα, τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφάς της καὶ ἦλθεν εἰς ἕνα ὄρος πλησίον του χωρίου, ὅπερ καλεῖται Κατάβασις καὶ ἐκεῖ ἤνοιξε τὸ στάδιον τῶν ἀσκητικῶν της ἀγώνων καὶ τὴν κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιμόνων ἔστησε πάλην, νηστεύουσα, ἀγρυπνοῦσα, καὶ μόνη μόνῳ τῷ Θεῷ προσευχομένη ἡ ἀοίδιμος.

Ἔχαιρε λοιπὸν ἡ Ἁγία καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν, λυτρωθεῖσα τῶν ταραχῶν καὶ τῶν θορύβων τοῦ κόσμου. Οἱ γονεῖς της ὅμως ἀγνοοῦντες τί ἔγινε καὶ ποῦ κατήντησεν, ἐλυποῦντο βαρέως καὶ δὲν ἔπαυον ἀπὸ τοῦ νὰ τὴν ἀναζητῶσιν. Ἐρευνῶντες δὲ εἰς κάθε τόπον, ἀνεῦρον αὐτὴν εἰς τὸ ὄρος καὶ μὴ κρίναντες εὔλογον νὰ τὴν ἀφήσωσιν ἐκεῖ μόνην, τὴν παρεκίνησαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν των, αὐτὴ δὲ ὑπήκουσεν, ὡς Θεοῦ δούλη, εἰς τὸ εὐλογοφανὲς πρόσταγμα τῶν γονέων της, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πατρικήν της οἰκίαν καὶ εἰς μὲν τὰ ἄλλα ὑπετάσσετο καὶ ὑπήκουεν εἰς αὐτοὺς μὲ πολλὴν ταπείνωσιν, εἰς τὸ νὰ ὑπανδρευτῇ ὅμως παντελῶς δὲν ὑπήκουεν· ὅθεν βλέποντες ἐκεῖνοι ὅτι δὲν τοὺς ὑπακούει, καὶ γνωρίσαντες τὸ ἀμετάθετον τῆς γνώμης της, καὶ τὸν μεγάλον πόθον τὸν ὁποῖον εἶχε διὰ τὴν μοναχικὴν ζωήν, τέλος πάντων ἔδωκαν εἰς αὐτὴν τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ νὰ ἡσυχάσῃ καὶ νὰ πολιτεύηται τὴν κατὰ Χριστὸν Πολιτείαν, ὅπου εὐχαριστεῖται καὶ ἀρέσκηται, ἀλλὰ καὶ τὴν πατρογονικήν της κληρονομίαν ἐξεχώρισαν καὶ τὴν ἀφῆκαν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, νὰ τὴν οἰκονομήσῃ ὡς θέλει.

Ἡ δὲ Μαρία τὰ μὲν κινητὰ πάντα διεμοίρασε, κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς πτωχούς, τὰ δὲ ἀκίνητα, χωράφια δηλαδὴ καὶ ἄλλα παρόμοια, τὰ ἄφησεν εἰς τὰς ἀδελφάς της, νὰ τὰ καλλιεργῶσι καὶ νὰ τὰ ἐπιμελῶνται, ἕως οὗ νὰ τὴν φωτίσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὰ οἰκονομήσῃ κατὰ τὸ θέλημά του, πρὸς ψυχικήν της ὠφέλειαν. Καὶ λοιπὸν ἀφ᾿ οὗ οὕτω καλῶς διετάξατο τὰ ἑαυτῆς πάντα, ἄφησε τὴν Βολισσὸν καὶ ἦλθε πάλιν εἰς τὴν Κατάβασιν, εἰς τὸ πρῶτον τῆς ἡσυχαστήριον· τὴν δὲ ὀλίγην ἐκείνην τροφήν, ἥτις ἦτο ἀναγκαία πρὸς συντήρησιν τοῦ σώματός της διὰ νὰ μὴ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν παντελῆ ἀσιτίαν, ἐφρόντιζε καὶ ἔφερε μία ἀδελφή της. Ἔμεινε δὲ ἐκεῖ εἰς τὴν Κατάβασιν ἠσυχάζουσα καὶ ἀγωνιζομένη τρεῖς ὁλοκλήρους χρόνους, ἀλλὰ κατὰ μὲν τὸ σῶμα εὑρίσκετο εἰς τὴν Κατάβασιν, κατὰ δὲ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν καὶ τὴν διάνοιαν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάβασιν καὶ εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, φανταζομένη τὰ ἀνεκλάλητα ἐκεῖνα κάλλη καὶ τὰς ὡραιότητας καὶ ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. Μετὰ δὲ τὰ τρία ἔτη, θέλων ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς νὰ φανερώσῃ τὸν κρυπτόμενον θησαυρόν, διὰ νὰ πλουτίσῃ καὶ ἄλλους μὲ τὸν οὐράνιον πλοῦτον τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ θέσῃ τὸν λύχνον ἐπάνω εἰς τὴν λυχνίαν, διὰ νὰ φωτίσῃ καὶ νὰ ὁδηγήσῃ καὶ ἄλλους εἰς ὀδὸν σωτηρίας, καθὼς ἔδειξαν τὰ πράγματα ὕστερον, ἐνέπνευσεν εἰς τὴν διάνοιάν της λογισμὸν ἀγαθὸν καὶ πόθον ἔβαλεν εἰς τὴν καρδίαν της θερμόν, νὰ καταβῇ εἰς τὴν χώραν, ὅπου ἦσαν τότε πολλὰ γυναικεῖα Μοναστήρια, διὰ νὰ εὕρῃ παραδείγματα ἀρετῶν καὶ νὰ ὑποταχθῇ εἰς Γερόντισσαν, κατὰ τοὺς νόμους τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἐλθοῦσα λοιπὸν εἰς τὴν χώραν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ γυναικεῖα Μοναστήρια θεωρήσασα, καὶ πολλῶν ἐναρέτων Μοναζουσῶν τὰς ἀρετὰς μιμησαμένη ὡς πάλαι ὁ μέγας Ἀντώνιος, εὗρε μικρὸν Μοναστήριον, τὸ ὁποῖον τῆς ἤρεσε περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλλα, ἐπειδὴ ἦσαν εἰς αὐτὸ τρεῖς μόνον Μονάζουσαι, μήτηρ καὶ δύο θυγατέρες, καὶ ἦτο μεγάλη ἡσυχία καὶ εἰρήνη· ὅθεν τὰς παρεκάλεσε νὰ δεχθῶσι καὶ αὐτὴν εἰς τὴν συνοδείαν των, αὐταὶ δὲ τὴν ἐδέχθησαν, βλέπουσαι τὴν σεμνότητα, τὴν εὐταξίαν καὶ τὸ ταπεινὸν αὐτῆς ἦθος· ἔμεινε λοιπὸν ὑποτασσομένη εἰς αὐτὰς καὶ δοκιμαζομένη εἰς τοὺς κόπους καὶ τὰς κακοπαθείας τῆς ἀσκήσεως. Δὲν παρῆλθεν ὅμως πολὺς καιρὸς καὶ ἐφάνησαν, ἢ μᾶλλον ἔλαμψαν αἱ ἀρεταί της καὶ τῶν προτέρων της πνευματικῶν ἀσκήσεων οἱ καρποί· ὅθεν τὴν ἔκειραν Μοναχὴν καὶ τὴν ἐνέδυσαν τὸ Μοναχικὸν Σχῆμα, ἀντὶ δὲ τῆς ΜΑΡΙΑΣ μετωνομάσθη ΜΑΤΡΩΝΑ. Καὶ ὅσον τὰ ἔτη της προέβαινον καὶ ἡ ἡλικία της ηὕξανε, τόσον καὶ αὐτὴ προέβαινε καὶ ἐπρόκοπτεν εἰς τὰς ἀρετὰς καὶ εἰς τοὺς νέους ἀσκητικοὺς ἀγῶνας καὶ τοὺς πόνους. Καὶ διεδόθη ἡ φήμη της καὶ πολλὰς ἄλλας παρεκίνη καθ᾿ ἑκάστην, αἵτινες ἤρχοντο εἰς τὸ Μονύδριον ἐκεῖνο καὶ ἐκοινοβίαζον.

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Ἐκκλησία των ἦτο πολὺ μικρά, διότι δὲν ἦτο Ἐκκλησία Μοναστηρίου, ἀλλ᾿ ἦτο πατρογονικὴ καὶ κτιτορικὴ τῶν τριῶν ἐκείνων Μοναχῶν καὶ εἶχον στενοχωρίαν εἰς αὐτὴν μεγάλην, λέγει ἡ Ματρῶνα πρὸς τὴν Γερόντισσάν της: «Θέλεις, Κυρία μου, νὰ μεγαλώσωμεν τὸν Ναὸν τοῦτον καὶ νὰ κτίσωμεν καί τινα κελλία;». «Ναί», ἀπεκρίθη ἐκείνη, «πολλὰ τὸ ἠγάπων, κυρία μου, καὶ ἐγὼ νὰ γίνῃ αὐτὸ ὅπου λέγεις, ἀλλὰ τί νὰ κάμω; γνωρίζεις καὶ σὺ ὅτι ἔξοδα δὲν ἔχω». «Μὴ στενοχωρεῖσαι», τῆς λέγει ἡ Ματρῶνα, «καὶ ὁ Κύριος οἰκονομεῖ» καὶ τῆς ἐφανέρωσεν πόθεν ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς οἰκοδομῆς καὶ οὕτω λαβοῦσι τὴν ἄδειαν, ἐπώλησε τὰ ἀκίνητα πράγματα τὰ ὁποῖα εἶχον αἱ ἀδελφαί της εἰς τὴν Βολισσόν, καὶ πρῶτον μὲν ἔκτισεν ἕνα λουτρόν, μετὰ γνώμης καὶ ἀδείας τῆς Γεροντίσσης, διὰ νὰ λούωνται οἱ πτωχοὶ καὶ ξένοι, κατὰ τὴν συνήθειαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὸν καιρὸν ἐκεῖνον οἱ ἄνθρωποι, ἔπειτα ἀρχίζει τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Ναοῦ.

Τί δὲ ποιεῖ ὁ ἀρχέκακος καὶ μισόκαλος; ἐπιχειρεῖ ὁ πονηρότατος νὰ τὴν ρίψῃ εἰς κανὲν ἄτοπον· ὅθεν ἐκεῖ ὅπου ἤνοιγαν οἱ ἐργάται τὰ θεμέλια, ἰδοὺ φαίνεται αἴφνης μέγας θησαυρός· ἀλλ᾿ ἤθελεν ἀπορήσει τις, τί κακὸν ἐνδέχεται νὰ πάθῃ ἡ Ὁσία ἀπὸ τὴν εὕρεσιν τοῦ θησαυροῦ; ἐκεῖνος μόνος ὁ δόλιος καὶ πανοῦργος ἠξεύρει τοὺς δόλους καὶ τὰς πανουργίας του· ἴσως ἐδοκίμαζε νὰ τὴν ρίψῃ εἰς φιλαργυρίαν ἢ εἰς ὑψηλοφροσύνην, ὅτι δηλαδὴ ἔφθασεν εἰς μεγάλα μέτρα ἀρετῆς, καὶ ὁ Θεὸς διὰ τὴν ἀρετὴν αὐτῆς τῆς ἔδωκε τὸν ἀνέλπιστον θησαυρόν· ἢ διὰ τοῦτο ἢ δι᾿ ἄλλον αἴτιον, ἐκεῖνος ὁ πονηρότατος ἠξεύρει τὴν πονηρίαν του, ὁ δὲ πανάγαθος Θεὸς δὲν τὸν ἐμπόδισεν, ἀλλὰ τὸν ἄφησε, διὰ νὰ νικηθῆ καὶ νὰ καταισχυνθῇ ἀπὸ τὴν ἀπάθειαν τῆς Ὁσίας, καθώς ποτε ἐνικήθη καὶ ἀπὸ τὴν ἀπάθειαν καὶ ἀφιλάργυρον γνώμην τοῦ μεγάλου Ἀντωνίου, ὅταν τοῦ ἔδειξεν εἰς τὴν ἔρημον τὸν θησαυρόν.

Δὲν ἐχάρη, λοιπὸν ἡ Ὁσία, οὐδὲ ἐσκίρτησεν, ἰδοῦσα παρ᾿ ἐλπίδα τοιοῦτον θησαυρόν, καθὼς ἤθελε κάμει ἄλλος ἐμπαθὴς καὶ φιλάργυρος, ἀλλὰ ἔλεγε μετὰ δακρύων «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, εἰ μὲν τὸ χρυσίον τοῦτο εἶναι ἀπεσταλμένον ἀπὸ τὴν χάριν Σου, φανέρωσον εἰς ἡμᾶς, εἰ δὲ εἶναι ἀπὸ πανουργίαν τοῦ δαίμονος, ἂς ἀφανισθῇ». Ταῦτα προσευχομένης τῆς Ἁγίας (ὢ τοῦ θαύματος!) εὐθὺς ἐφάνη τὸ λαμπρότατον χρυσίον ἐσβεσμένοι ἄνθρακες· καὶ ὅλοι οἱ ἰδόντες καὶ ἀκούσαντες τὸ παράδοξον τοῦτο ἐδόξασαν τὸν ἐν Ἁγίοις Αὐτοῦ δεδοξασμένον Θεόν. Καὶ οὕτως ἡ μὲν Ὁσία ἐδοξάσθη διὰ τὴν ἀπάθειαν καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν παρρησίαν της, ὁ δὲ διάβολος κατῃσχύνθη, καὶ τὸ ἐναντίον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐδολιεύθη νὰ πράξῃ ἐγένετο, ἐπειδὴ ἡ μὲν Ματρῶνα μετὰ τῶν συνασκουμένων ἔλαβε θάρρος μεγάλον εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Ναοῦ, οἱ δὲ δουλεύοντες ἔγιναν προθυμότεροι εἰς τὸ ἔργον των ἀπὸ τὴν θαυματουργίαν ταύτην.

Ἀφ᾿ οὗ ἐτελείωσε τὸν Ναὸν μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ θεῖον ὄνομα ἐτιμᾶτο, τότε ἐτελείωσε καὶ ἡ Γερόντισσά της τὴν πρόσκαιρον ταύτην ζωήν, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν αἰώνιον, αἱ δὲ συνασκούμεναι ἀδελφαὶ παρεκάλουν θερμῶς τὴν Ματρῶναν νὰ δεχθῇ τὴνν προστασίαν καὶ ἡγουμενίαν τοῦ Μονυδρίου καὶ τέλος πάντων καὶ μὴ θέλουσαν τὴν ἐψήφισαν Ἡγουμένην καὶ ὑπετάσσοντο εἰς αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὰ γυναικεῖα Μοναστήρια συνηθίζουσι νὰ λέγουσι τὴν ἡγουμένην, κυράν, τὴν ἔλεγον οὕτως· ὅθεν ἐπεκράτησεν ἔκτοτε καὶ λέγεται ἀκόμη καὶ τὴν σήμερον Ἁγία Κυρά· διότι καὶ τὰ κύριά της ὀνόματα Μαρία καὶ Ματρῶνα, τοῦτο δηλοῦσιν, ἤτοι Κυρία, ὡς καὶ τὸ ἐπίθετον, καὶ οἰκείως καὶ καταλλήλως καὶ ἀπὸ θείαν νεῦσιν τῆς ἐδόθησαν ὅλα· ὅτι οὐχὶ μόνον φερωνύμως ἐκυρίευσε τὰ πάθη καὶ τὸν κόσμον καὶ τοὺς κοσμοκράτορας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν θάνατον τὸν κυριεύοντα παντὸς ἀνθρωπίνου γένους ἐκυρίευσε καὶ ἐνίκησε, καὶ ὡς ἕνα ὕπνον ἀπέδειξε· καὶ ἀκούσατε διὰ νὰ θαυμάσητε καὶ νὰ βεβαιωθῆτε διὰ τὴν ἀλήθειαν.

Τὸν καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξουσίαζον οἱ Γενοβέζοι τὴν Χίον ἦλθε πλῆθος πολὺ ἀπὸ βάρβαρόν τι ἔθνος τῆς Δύσεως, ἄνθρωποι βάρβαροι καὶ κατὰ τὴν γλῶσσαν καὶ κατὰ τὸ ἦθος ἀγριώτατοι καὶ ἀπανθρωπότατοι καὶ ἐποίουν πολλὰς ἁρπαγὰς καὶ ζημίας εἰς τὴν Χίον· ἐλθόντες δὲ καὶ εἰς τὸ μοναστήριον τῆς Ὁσίας ὤρμησεν εἷς ἀπὸ αὐτούς, ὁ πλέον ἀναιδέστερος καὶ ἀναισχυντότερος τῶν ἄλλων, νὰ βιάσῃ μίαν μοναχήν, ἀλλ᾿ ὢ τοῦ θαύματος! «παρεμβαλεῖ Ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν καὶ ρύσεται αὐτούς» (Ψαλμ. λγ´ 8)· ἔφθασεν ἡ θεία δίκη τὸν ἄδικον, καὶ ἔπεσε τὴν ὥραν ἐκείνην νεκρὸς εἰς τὴν γῆν. Ἡ Ὁσία λοιπόν, ἥτις εἶχεν ὅλην της τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἐκεῖθεν ἐζήτει διὰ προσευχῆς τὴν βοήθειαν, βλέπουσα τοῦτο ἐδόξασε τὴν ταχεῖαν τοῦ Θεοῦ ἀντίληψιν, ἀλλὰ καὶ ἐσπλαγχνίσθη τὸν ἄσπλαγχνον ἐκεῖνον βάρβαρον, καὶ προσευξαμένη εἰς τὸν Θεόν, τὸν ἔχοντα ζωῆς καὶ θανάτου τὴν ἐξουσίαν, τὸν ἀνέστησε, πρὸς θαῦμα καὶ ἔκπληξιν τῶν ἰδόντων καὶ ἀκουσάντων τὸ γεγονός. Ἀφ᾿ οὗ δὲ τὸν ἀνέστησε καὶ κατεφόβησε μὲ τὰ δύο ταῦτα, μὲ τὸν θάνατον καὶ τὴν ἀνάστασιν, ἐνουθέτησε καὶ τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους βαρβάρους, ὡς ἔπρεπε, καὶ τοὺς ἀπέλυσεν· οἱ δὲ ἀνεχώρησαν ἐκ Χίου ἔμφοβοι καὶ ἔντρομοι· ὅθεν ἐλθόντες καὶ δευτέραν φοράν, δὲν ἐτόλμησαν νὰ ὑπάγουν πλέον εἰς τὸ Μοναστήριον τῆς Ἁγίας, ὄχι δὲ μόνον τοῦτο ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλην τὴν πόλιν ἐφάνησαν ἡμερώτεροι καὶ φιλανθρωπότεροι καὶ τὰ πρότερα δεινὰ δὲν ἐτόλμησαν πλέον νὰ πράξωσιν.

Πλὴν τὸ νὰ ἀναστήσῃ διὰ τῆς προσευχῆς τὸν νεκρὸν ἡ Ὁσία ἦτο τῆς θείας Χάριτος κατόρθωμα καὶ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν παρρησίας της ἔνδειξις· τὸ δὲ νὰ ἀποθάνῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια ὡς ἄνθρωπος εἶναι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως νόμος κοινός, καὶ χρέος ἀπαραίτητον· ὅθεν ὅταν ηὐδόκησεν ὁ ἀθάνατος αὐτῆς Νυμφίος Χριστὸς νὰ τὴν παραλάβῃ διὰ θανάτου εἰς τοὺς ἀθανάτους καὶ οὐρανίους νυμφῶνας αὐτοῦ καὶ νὰ τὴν ἀναπαύσῃ ἀπὸ τοὺς ἀσκητικοὺς αὐτῆς κόπους εἰς τὴν αἰώνιον ἐκείνην μακαριότητα τοῦ οὐρανοῦ, τότε τῆς ἀπεκάλυψε πρὸ ἑπτὰ ἡμερῶν τὸ μακάριον τέλος της, καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐκδημίαν της καὶ μικρὸν ἀσθενήσασα, προσεκάλεσε τὰς ἀδελφὰς καὶ ὑποτακτικάς της, καὶ τὰς ἐνουθέτησε ὡς μήτηρ, καὶ τὰς συνεχώρησεν, ἔπειτα δὲ καὶ αὐτὴ συγχώρησιν λαβοῦσα παρ᾿ ἐκείνων, καὶ ὅλα τὰ χριστιανικὰ τελέσασα, καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων δεξαμένη, παρέδωκε τὴν ἁγίαν ψυχήν της εἰς τὰς ἀχράντους χείρας τοῦ ψυχοσώστου Θεοῦ. Ἐκοιμήθη δὲ ἡ μακαρία μήτηρ ἡμῶν Ματρῶνα ἐν ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ 1462, τῇ 20ῃ τοῦ Ὀκτωβρίου, καὶ ἐτάφη τὸ ἱερὸν αὐτῆς σῶμα εἰς τὸν Ναὸν τὸν ὁποῖον ἔκτισεν ἡ ἴδια. Ὁ δὲ τῶν θαυμασίων Θεός, τὸν ὁποῖον ἐδόξασε μὲ τοὺς ἀσκητικούς της ἀγῶνας καὶ μὲ τὰς ἀρετάς της, τὴν ἐδόξασε μετὰ θάνατον μὲ τὴν θείαν του χάριν, καὶ ἀνέδειξεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὰ θεῖα της λείψανα καὶ τὸ ἱερόν της Ναὸν πηγὴν θαυμάτωων ἀέναον, καὶ ἰατρεῖον ἄμισθον παντὸς πάθους καὶ πάσης ἀσθενείας· ἀπὸ τὰ ὁποῖα θέλομεν καὶ ἡμεῖς διηγηθῇ ὀλίγα τινα, εἰς δόξαν Θεοῦ, τοῦ δοξαζομένου ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ, καὶ εἰς ὠφέλειαν τῶν ἀναγινωσκόντων καὶ ἀκουόντων.

Εἰς τὴν Μαγνησίαν, πόλιν μεγάλην τῆς Ἀνατολῆς, ἦτο Ἀγαρηνός τις πλούσιος πολὺ καὶ ἀσθενήσας ἔμεινε καθ᾿ ὅλον τὸ ἀριστερὸν μέρος τοῦ σώματός του ξηρός· ἐποίησαν λοιπὸν οἱ ἰατροὶ εἰς αὐτὸν πολλὰ ἰατρικά, πλὴν νὰ τὸν βοηθήσωσι δὲν ἠδυνήθησαν, αὐτὸς δὲ πολλὰ χρήματα δαπανήσας, οὐδὲν ὄφελος ἔλαβεν. Εἶχεν ὅμως οὗτος μίαν δούλην Χριστιανήν, Μαρίαν ὀνομαζομένην, ἡ ὁποία βλέπουσα αὐτὸν νὰ ἐξοδεύῃ τὸν πλοῦτον του ματαίως καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ θεραπείαν, ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν λέγει πρὸς αὐτόν· «Αὐθέντα μου, ἐγὼ ἠξεύρω ἕνα ἰατρὸν εἰς τὸν ὁποῖον, ἐὰν θελήσῃς νὰ ὑπάγῃς, λαμβάνεις ἀναμφιβόλως παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ὑγείαν σου». Ἡ ἀνάγκη βιάζει τὸν αὐθέντην νὰ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς μεγάλης τοὺς λόγους τῆς δούλης, καὶ ἐρωτᾷ νὰ μάθῃ τὸν ἰατρόν. Τότε τοῦ λέγει ἐκείνη:«Εἰς τὴν Χίον εἶναι μία γυνὴ τῶν χριστιανῶν, ἡ ὁποία ἰατρεύει παντὸς εἴδους ἀσθένειαν, χωρὶς βότανα καὶ ἔμπλαστρα, καὶ ἂς ὑπάγωμεν ἐκεῖ νὰ σὲ ἰατρεύσῃ». Πείθεται ὁ αὐθέντης καὶ λαμβάνει τὴν Μαρίαν καὶ ἄλλους τινας εἰς τὴν συνοδείαν του καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Χίον, βασταζόμενος δὲ ὑπὸ τῶν δούλων του ἐφέρθη εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ἁγίας.

Ἐλθὼν λοιπὸν ὁ ἀσθενὴς εἰς τὸν Ναὸν ζητεῖ ἐκεῖ νὰ εὕρῃ τὴν ἰατρόν, καὶ νομίζει ἀκόμη ὅτι εἶναι ζῶσα τις γυνὴ καθὼς ἐξ ἀρχῆς ὑπέθεσεν· ἡ δὲ δούλη τοῦ λέγει· «Ἀναπαύσου ὀλίγον καὶ ἔρχεται ἡ γυνή, ἥτις ἐξάπαντος θέλει σε θεραπεύσῃ». Ἀληθῶς ἀδελφοί, δίκαιον εἶναι νὰ εἴπωμεν περὶ ταύτης τῆς γυναικὸς ἐκεῖνα τὰ εὐαγγελικά: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις» (Ματθ. ιε´ 28)· διότι καὶ τῇ ἀληθείᾳ, μεγάλη καὶ ἀδίστακτος ἦτο ἡ πίστις αὐτῆς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἡ εὐλάβειά της πρὸς τὴν Ἁγίαν· δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ καθ᾿ ἑαυτήν: «Καλά, κινῶ ἐγὼ τὸν αὐθέντη μου, ἄρρωστον ὄντα, νὰ ποιήσῃ τοσοῦτον μακρὸν ταξίδιον καὶ διὰ θαλάσσης, ἀλλ᾿ ἀνίσως τὸν βδελυχθῇ ἡ Ὁσία ὡς ἄπιστον καὶ ἀκούσω καὶ ἐγὼ ὡς ἡ Χαναναία "Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις;" (Ματθ. ιε´ 26)· ἀνίσως λέγω δὲν τὸν θεραπεύσῃ, τί θὰ ποιήσῃ πρός με ὕστερον;». Ναί, δὲν ἐδίστασεν, οὐδὲ ἐφοβήθη, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἡ προσευχὴ δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸν νοῦν της, οὐδὲ τὰ δάκρυα ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς της· ὅθεν καὶ μὲ θάρρος καὶ μὲ μεγάλην πεποίθησιν τοῦ λέγει· «Ἀναπαύσου, καὶ θέλεις ἰατρευθῇ». Ἀναπαύεται ὁ αὐθέντης καὶ μὲ καλὴν ἐλπίδα τῆς ὑγείας του ἡσυχάζει.

Τί δὲ ἡ Ὁσία Ματρῶνα ᾠκονόμησεν; ἀκούσατε παρευθύς. Τὴν πρώτην ἐκείνην νύκτα φαίνεται εἰς τὸν ἀσθενῆ ἐν ὁράματι καὶ τοῦ λέγει: «Διὰ τὰ δάκρυα, τὰς προσευχὰς καὶ τὴν πίστιν τῆς ὁμωνύμου μου Μαρίας τῆς δούλης σου, σὲ ἰατρεύω· ἐγέρθητι καὶ περιπάτει ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου μου καὶ ὕπαγε ὑγιὴς εἰς τὸν οἶκον σου». Ὁ δὲ Ἀγαρηνός, ἀποτινάξας τὸν ὕπνον, ἐγνώρισε τὸν ἑαυτόν του ὅλον ὑγιᾶ, χωρὶς οὐδὲν ἴχνος τοῦ πάθους του· καὶ οὕτως μὲν ἐκεῖνον ἠλευθέρωσεν ἡ Ἁγία, ἡ θαυματουργὸς Ματρῶνα, ἀπὸ τὸ πάθος του, τὴν δὲ Μαρίαν ἠλευθέρωσεν ἀπὸ τὴν σωματικὴν δουλείαν, ᾠκονόμησε δὲ καὶ τὴν ψυχικήν της σωτηρίαν· Διότι ὁ Ἀγαρηνὸς ἐκεῖνος εἰς μὲν τὸν Ναὸν τῆς Ἁγίας ἀφιέρωσε πολλὰ πράγματα, τὴν δὲ δούλην ἠλευθέρωσε, καὶ τὰ χρειώδη πρὸς τὴν ζωοτροφίαν της ἔδωκε· καὶ αὐτὴ μὲν ὡς εὐγνώμων καὶ εὐλαβὴς ἔμεινεν ὑπηρετοῦσα τὸν Ναὸν τῆς Ὁσίας ἕως τέλους τῆς ζωῆς της, καὶ θεαρέστως ζήσασα ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ. Τοῦτο τὸ θαῦμα κοινολογηθὲν εἰς τὴν Μαγνησίαν, ἐνεποίησε μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ εἰς μεγάλην εὐλάβειαν πρὸς τὴν Ἁγίαν ἐκίνησε τοὺς ἐκεῖ χριστιανούς, καὶ ἔκτοτε συνηθίζουσι καὶ ἔρχονται πολλοὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν χώραν εἰς τὴν μνήμην αὐτῆς εἰς προσκύνησιν τῶν ἱερῶν λειψάνων· ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα μέρη ἤρχοντο καὶ ἔρχονται, καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ ἄνθρωποι τῆς νήσου συνέτρεχον, καθὼς ἔτι καὶ σήμερον συντρέχουσιν.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ὁ Ναὸς ἦτο μικρὸς καὶ ὑπῆρχε μεγάλη στενοχωρία ἐκ τοῦ πλήθους τῶν συνερχομένων, διὰ τοῦτο οἱ μεταγενέστεροι πολῖται τῆς Χίου ἠθέλησαν νὰ τὸν μεγενθύνωσι. Λοιπὸν ἐπῆραν ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο ὁ τάφος τῆς Ὁσίας καὶ ἐνῶ ἔσκαπτον ἐντὸς τοῦ τάφου, εὑρέθη κατὰ θείαν οἰκονομίαν κεκρυμμένη, ἄρρητον εὐωδίαν ἀποπνέουσα καὶ μὲ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς θείας Χάριτος δεδοξασμένη ἡ ἁγία καὶ σεβασμία της κεφαλή· διότι τὴν ὥραν ἐκείνην ἀσπασάμενος αὐτὴν παράλυτός τις ἠνωρθώθη καὶ γυνή τις μογίλαλος ὡμίλησε καθαρῶς. Ἔγινε δὲ μεγάλη χαρὰ καὶ μεγάλη συνδρομὴ τῶν χριστιανῶν εἰς προσκύνησίν της, καὶ οὐχὶ μόνον οἱ ἡμέτεροι, ἀλλὰ καὶ ὁ τότε ἐξουσιαστὴς τῆς Χίου Γενοβέζος τὴν εἶδε καὶ μαρτυρίας ἔγγραφον ἔδωκεν, ὅτι εἶναι ἀληθῶς ἡ κάρα τῆς Ὁσίας Ματρώνης, ὅθεν καὶ ἑορτὴ τελεῖται εἰς τὰς 15 τοῦ Ἰουλίου μηνός, εἰς μνήμην τῆς εὑρέσεως.

Πολλὰ δὲ καὶ ἐξαίσια θαύματα ἐτέλεσεν ἡ Ἁγία εἰς διαφόρους περιστάσεις. Καὶ ἄλλα πολλὰ θαύματα ἐπετέλεσεν ἡ Ἁγία, ὧν ὁ ἀριθμὸς οὐκ ἔχει τέλος. Ἀλλ᾿ ἂς ἴδωμεν τὴν χάριν τῶν ἰαμάτων αὐτῆς εἰς δύο ἀκόμη θαύματα.

Κατὰ τὸ ἔτος 1700 ἦλθεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην εἷς ἄνθρωπος χωλὸς καὶ κατὰ τοὺς δύο πόδας, μὴ δυνάμενος παντελῶς νὰ σταθῇ καὶ καθήμενος ἐπάνω εἰς ὑποζύγιον ἐπῆγεν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ὁσίας. Βασταζόμενος ὑπὸ δύο καὶ ὑποστηριζόμενος εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ μετὰ πίστεως πολλῆς ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ τάφου τῆς Ἁγίας καὶ διῆλθεν ἐκεῖ ἡμέρας τινας, ἕως τῆς 20ης Ὀκτωβρίου μηνός, κατὰ τὴν ὁποίαν τελεῖται ἡ θεία μνήμη αὐτῆς. Κατὰ δὲ τὴν νύκτα ἐκείνην ἠνωρθώθη παραδόξως ὁ ἄνθρωπος καὶ περιεπάτησε χωρὶς φόβον οὐδαμῶς ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς ράβδου του. Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς περιεπάτει ἀνεμπόδιστα. Διὰ τοῦτο καὶ ἐχρύσωσε δι᾿ ἐξόδων του τὸ κουβούκλιον τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπάνω εἰς τὸν ἱερὸν τάφον τῆς Ὁσίας, καθὼς ἔτι καὶ σήμερον φαίνεται. Ἔπειτα ἀπελθὼν εἰς Βενετίαν καὶ ἐπιστρέψας προσέφερε τρία ὀρειχάλκινα κηροπήγια μεγάλα καὶ ἕνα πολυέλαιον εἰς μνήμην τοῦ εἰς αὐτὸν γενομένου θαύματος.

Ἀκούσατε δὲ καὶ τὸ ἀκόλουθον τὸ ὁποῖον ἔχει ἀρκετὴν δόσιν ἀστειότητος. Ἦλθον ποτὲ εἰς τὸν Ναὸν ἕνας τυφλός, ἕνας χωλὸς καὶ κάποια γυναίκα ἄλαλος. Κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην βλέπει ἡ ἄλαλος γυναίκα ὅτι τὴν κατεδίωκεν ὁ χωλὸς καὶ φοβηθεῖσα ἐφώναζεν. Εἰς τὸν χωλὸν ἐφάνη καθ᾿ ὕπνον ὅτι ἤκουε τὰς φωνὰς τῆς ἀλάλου γυναικὸς καὶ ἐξεπλάγη καὶ ἐτρόμαξεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἔτρεχεν ἀνεμποδίστως. Εἰς δὲ τὸν τυφλὸν ἐφάνη ὅτι ἥκουσε τὰς φωνὰς καὶ τὸ τρέξιμον καὶ σὰν νὰ εἶχε τὸ φῶς του ἐστράφη κατὰ τὸ μέρος ποὺ ἤρχοντο αὐτά. Αὐτὰ εἶδον ἐν ὁράματι ταυτοχρόνως καὶ οἱ τρεῖς καί, ὢ τοῦ θαύματος, ἀποτινάξαντες τὸν ὕπνον ἡ μὲν ἄλαλος γυνὴ ὡμίλει, ὁ χωλὸς περιεπάτει καὶ ὁ τυφλὸς ἔβλεπε καθαρῶς.

Τὰ παράδοξα καὶ ὑπερφυσικὰ ταῦτα θαύματα ἀκουσθέντα καὶ κοινολογηθέντα ἐκίνησαν ὅλον σχεδὸν τὸ πλῆθος τῆς πόλεως, ἵνα ἔλθωσιν εἰς θέαν αὐτῶν καὶ οὕτως ἔγιναν πασίδηλα καὶ κοινότατα, οὕτως ὥστε καὶ ὁ τότε ἀγᾶς τοῦ τόπου τὸ ἔμαθε καὶ μὴ πιστεύσας εἰς τὴν κοινὴν φήμην, ἔφερεν ἐνώπιόν του τὸν τυφλόν, τὸν χωλὸν καὶ τὴν ἄλαλον γυναίκα καὶ ἰδὼν αὐτοὺς καὶ ἐρευνήσας, ἐβεβαιώθη καὶ ὑπερεθαύμασε καὶ αὐτὸς μετὰ πάντων τῶν ἄλλων.

Οὐχὶ δὲ μόνον εἰς τοὺς μετὰ πίστεως προσερχομένους εἰς τὸν Ναόν της θαυματουργεῖ ἡ Ὁσία, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς μακρόθεν ἐπικαλουμένους τὴν αὐτῆς θείαν Χάριν καὶ Ἀντίληψιν σπεύδει παρευθὺς ὡς ἄμισθος ἰατρὸς νὰ παράσχῃ βοήθειαν.

Αὐτῆς ταῖς ἁγίαις πρεσβείαις ῥυσθείημεν ἅπαντες ἀπὸ παντὸς κινδύνου καὶ πάσης ἀσθενείας καὶ ἀξιωθείημεν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Ἀμήν.

(Κυρά, Κυρατσώ, Κερασία κατ᾿ ἐπέκταση. Ἔτσι εἶπε ὁ ἱερέας στὸν ἀνάδοχο. Ἀπὸ ἐδῶ προέρχεται τὸ ὄνομα Κερασία)