Ἀπολυτίκιον, τῆς Πεντηκοστῆς Ἦχος πλ. δ' Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

16 Νοεβρίου 2014 - Τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 46
Τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ματ­θαί­ου
16 Νο­ε­βρί­ου 2014
Ματ­θαί­ου η΄ 9 - 13

Συγ­κι­νη­τι­κὴ καὶ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὴ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς κλή­σε­ως τοῦ ἁ­γί­ου ἀ­πο­στό­λου καὶ εὐ­αγ­γε­λι­στὴ Ματ­θαί­ου ποὺ σή­με­ρα ἡ ἁ­γί­α Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τὴ μνή­μη του.

Λί­γα εἶ­ναι τὰ στοι­χεῖ­α ἐ­κεῖ­να τὰ ὁ­ποί­α γνω­ρί­ζου­με γιὰ τὴ ζω­ή του. Ἡ μό­νη λέ­ξη ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ ἴ­διος στὸ εὐ­αγ­γέ­λιό του γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του εἶ­ναι ὁ ὑ­πο­τι­μη­τι­κὸς χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς «τε­λώ­νης». Ὅ­μως ἀ­πὸ ἁ­μαρ­τω­λὸς τε­λώ­νης καὶ ἄν­θρω­πος τοῦ ψεύ­δους καὶ τῆς ἀ­πά­της με­τα­τρέ­πε­ται σὲ κή­ρυ­κα τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς ἀ­γά­πης καὶ τῆς ἀ­λή­θειας. Ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ματ­θαῖ­ος καὶ Λευ­ὶς καὶ τὸ ὄ­νο­μά του προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἑ­βρα­ϊ­κὸ «Ματ­θα­νί­ας» καὶ ση­μαί­νει «Δῶ­ρο Θε­οῦ, Θε­ό­δω­ρος». Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ξαφ­νιά­ζει εἶ­ναι τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του: ὁ Ματ­θαῖ­ος εἶ­ναι τε­λώ­νης, δη­λα­δὴ φο­ρο­ει­σπρά­κτο­ρας, καὶ δὲν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μὲ τοὺς ση­με­ρι­νοὺς τε­λω­νεια­κούς. Προ­πλη­ρώ­νει τοὺς δη­μό­σιους φό­ρους στὸ Ρω­μα­ϊ­κὸ κρά­τος καὶ κα­τό­πιν τοὺς εἰ­σπράτ­τει ἀ­πὸ τοὺς ὀ­φει­λέ­τες μὲ κά­θε τρό­πο σκλη­ρό, ἐκ­βι­α­στι­κὸ ἢ ἀ­πάν­θρω­πο. Ἀ­σκεῖ δη­λα­δὴ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀ­νέν­τι­μα καὶ ἁ­μαρ­τω­λὰ γιὰ τὴν ἐ­πο­χὴ του ἐ­παγ­γέλ­μα­τα. Ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ οἱ τε­λῶ­νες ἦ­ταν κα­τα­πι­ε­στὲς καὶ πο­λὺ μι­ση­τοὶ στὴν κοι­νω­νί­α.

Ὁ Ἰ­η­σοῦς βρῆ­κε τὸν Ματ­θαῖ­ο «κα­θή­με­νον ἐ­πὶ τὸ τε­λώ­νει­ον» καὶ τοῦ εἶ­πε «ἀ­κο­λού­θει μοί». Καὶ ἐ­κεῖ­νος ὄ­χι μό­νο ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸ ἁ­μαρ­τω­λὸ καὶ προ­σο­δο­φό­ρο ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ τε­λώ­νη, ἀλ­λὰ καὶ μὲ χα­ρὰ φι­λο­ξέ­νη­σε τὸν Κύ­ριο στὸ σπί­τι του, πα­ρα­θέ­τον­τάς του γεῦ­μα, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ἁ­μαρ­τω­λοὺς καὶ τε­λῶ­νες. Καὶ ὅ­ταν πολ­λοὶ ρώ­τη­σαν «δια­τὶ με­τὰ τῶν τε­λω­νῶν καὶ ἀ­σώ­των ἐ­σθί­ει ὁ δι­δά­σκα­λος ὑ­μῶν;», πῆ­ραν ἀ­πὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ τὴν αὐ­το­νό­η­τη ἀ­πάν­τη­ση ὅ­τι «δὲν ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη τὸ για­τρὸ οἱ ὑ­γι­εῖς ἀλ­λὰ οἱ ἀ­σθε­νεῖς». Καὶ ἐ­ξη­γεῖ: «Οὐ γὰρ ἦλ­θον κα­λέ­σαι δι­καί­ους, ἀλ­λὰ ἁ­μαρ­τω­λοὺς εἰς με­τά­νοι­αν».

Ἡ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ δι­ή­γη­ση γιὰ τὴν κλή­ση τοῦ τε­λώ­νη στὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­ξί­ω­μα μᾶς δεί­χνει τὸν ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο τρό­πο, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ Θε­ὸς κα­λεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους, κα­θὼς καὶ πό­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­να­και­νι­στι­κὴ δύ­να­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς δὲν κά­λε­σε γιὰ νὰ κά­μει ἀ­πο­στό­λους μό­νο ἀ­γράμ­μα­τους ψα­ρά­δες, ἀλ­λὰ καὶ ἁ­μαρ­τω­λοὺς τε­λῶ­νες. Καὶ τί ἔ­γι­ναν ἐ­κεῖ­νοι τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξέ­λε­ξε καὶ κά­λε­σε ὁ Θε­ός, γιὰ νὰ τοὺς κά­μει Ἀ­πο­στό­λους τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου; Οἱ τε­λῶ­νες καὶ οἱ ψα­ρά­δες ἔ­γι­ναν ἅ­γιοι καὶ σο­φοί, οἱ ἀ­δύ­να­τοι καὶ ἄ­ση­μοι ἄν­θρω­ποι νί­κη­σαν τὸν κό­σμο, οἱ δει­λοὶ καὶ οἱ φο­βι­σμέ­νοι ἔ­γι­ναν ἀ­τρό­μη­τοι μάρ­τυ­ρες τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κά­λε­σε ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς γιὰ νὰ γί­νουν Ἀ­πό­στο­λοι ἄλ­λα­ξαν καὶ δὲν ἔ­μει­ναν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ἦ­ταν πρῶ­τα· τὸ βε­βαι­ώ­νουν οἱ ἴ­διοι μὲ τὴ ζω­ή τους καὶ μὲ τὸ θά­να­τό τους. Δὲν εἶ­ναι μό­νο ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ παι­δευ­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ νὰ ἑ­τοι­μά­σει τοὺς Ἀ­πο­στό­λους, κα­θὼς τὴ βλέ­πο­με στὰ ἱ­ε­ρὰ Εὐ­αγ­γέ­λια, εἶ­ναι καὶ ἡ μυ­στι­κὴ ἐ­νέρ­γεια τῆς Θεί­ας Χά­ρης, ἡ ὁ­ποί­α τοὺς ἄλ­λα­ξε καὶ τοὺς ἔ­κα­με νέ­ους ἀν­θρώ­πους κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Πεν­τη­κο­στῆς. Οἱ πύ­ρι­νες γλῶσ­σες, ἡ φω­τιὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ποὺ ἦρ­θε πά­νω στοὺς μα­θη­τές, πρῶ­τα τοὺς κα­θά­ρι­σε καὶ τοὺς ἔ­κα­με και­νούρ­γιους ἀν­θρώ­πους, κι ὕ­στε­ρα τοὺς θέρ­μα­νε καὶ τοὺς φώ­τι­σε, γιὰ νὰ βγοῦν στὸν κό­σμο καὶ νὰ κη­ρύ­ξουν «ἐ­νώ­πιον ἐ­θνῶν καὶ βα­σι­λέ­ων» ἐ­κεῖ­να ποὺ εἶ­δαν καὶ ἄ­κου­σαν κον­τὰ στὸ θεῖ­ο Δι­δά­σκα­λο καὶ Σω­τῆ­ρα Χρι­στό.

Δὲ γνω­ρί­ζου­με, ἀ­δελ­φοί μου, ἂν μᾶς ἔ­χει πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸ νοῦ ἡ σκέ­ψη ὅ­τι πα­ρό­μοι­α πρό­σκλη­ση ἀ­πὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ, ἔ­χου­με λά­βει καὶ ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι. Δὲν ἔ­χου­με λά­βει βέ­βαι­α τὴ μο­να­δι­κὴ καὶ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτη κλή­ση τῶν Ἀ­πο­στό­λων, ἔ­χου­με ὅ­μως δε­χθεῖ τὴν προ­σω­πι­κή μας κλί­ση ὡς εὐ­ερ­γε­σί­α οὐ­ρά­νια μὲ τὸ Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα, τὸ Ἅ­γιο Χρῖ­σμα, τὰ Ἱ­ε­ρὰ γε­νι­κῶς μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὅ­που μέ­σω αὐ­τῆς τῆς χά­ρι­τος ποὺ μᾶς πα­ρέ­χουν, κα­λού­μα­στε νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με, ὥ­στε νὰ κρα­τή­σου­με καὶ νὰ αὐ­ξή­σου­με στὴ ζω­ή μας τὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Θε­οῦ.

Μέ­σα στὸ μυ­στή­ριο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας κα­λού­μα­στε νὰ χω­ρέ­σου­με ὅ­λοι, κλει­στοὶ καὶ ἀ­νοι­χτοὶ τύ­ποι χα­ρα­κτή­ρων, πρό­σχα­ροι καὶ σο­βα­ροί, ἐ­πι­ει­κεῖς καὶ αὐ­στη­ροί, εὐ­αί­σθη­τοι καὶ δυ­να­μι­κοί, ὅ­ποι­οι κι ἂν εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, ὅ­ποι­οι καὶ ἂν εἶ­ναι οἱ ἄλ­λοι, οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Οἱ μα­θη­τὲς δέ­χτη­καν ἀ­μέ­σως τὴν κλή­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ἀν­τα­πο­κρί­θη­καν αὐ­θόρ­μη­τα καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Ἡ ἀ­πάν­τη­σή τους στὴν κλή­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν πρά­ξη ὑ­πα­κο­ῆς. Ἐμ­πι­στεύ­θη­καν τὸν Χρι­στὸ καὶ πα­ρα­δό­θη­καν στὸ θέ­λη­μά Του. Ὁ δρό­μος λοι­πὸν πρὸς τὸν Χρι­στὸ εἶ­ναι ἕ­νας καὶ μο­να­δι­κός, ἡ ὑ­πα­κο­ὴ στὴν κλή­ση Του.

Ἡ κλή­ση τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι πάν­τα βα­θύ­τα­τα προ­σω­πι­κή. Ἀγ­γί­ζει τὸ κέν­τρο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, τὸν πυ­ρῆ­να τῆς ὕ­παρ­ξής μας. Ὁ λό­γος τοῦ Χρι­στοῦ δὲν εἶ­ναι μί­α νε­φε­λώ­δης φι­λο­σο­φί­α οὔ­τε μί­α ἀ­κα­τα­νό­η­τη, ὑ­ψη­λὴ καὶ φλύ­α­ρη θε­ο­λο­γί­α, ὅ­πως δυ­στυ­χῶς κά­πο­τε τὸν πα­ρα­μορ­φώ­νου­με καὶ τὸν κα­κο­ποι­οῦ­με ἐ­μεῖς. Ὁ λό­γος τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­χει πάν­το­τε ἀ­με­σό­τη­τα μὲ τὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα καὶ τὴ ζω­ὴ τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦ­με ὅ­τι στοὺς ἀ­κρο­α­τές Του ποὺ σκέ­φτον­ται τὸν θε­ρι­σμό, μι­λᾶ γιὰ τὸν πνευ­μα­τι­κὸ θε­ρι­σμό. Στὴ Σα­μα­ρεί­τι­δα ποὺ πῆ­γε γιὰ νε­ρὸ στὸ πη­γά­δι, κά­νει λό­γο γιὰ τὸ «ὕ­δωρ τὸ ζῶν». Στοὺς ψα­ρά­δες ποὺ τοὺς ἀ­πα­σχο­λεῖ ἡ ἐρ­γα­σί­α τους, τοὺς μι­λᾶ γιὰ μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρά­δο­ξη καὶ θαυ­μα­στὴ ἁ­λι­εί­α.

«Οἱ δὲ ἀ­φέν­τες ἅ­παν­τα ἠ­κο­λού­θη­σαν τὸν Χρι­στό». Ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τὰ πάν­τα καὶ ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν Χρι­στό. Δὲν ἦ­ταν μὲ κα­νέ­ναν καὶ μὲ τί­πο­τε στὸν κό­σμο τό­σο δε­μέ­νοι κι ἔ­τσι μπό­ρε­σαν νὰ δε­θοῦν μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ νὰ πα­ρα­δο­θοῦν στὴν ἀ­γά­πη Του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὅ­ποι­ος ἀ­κο­λου­θεῖ πραγ­μα­τι­κὰ τὸν Χρι­στὸ δὲν προ­τρέ­χει οὔ­τε στέ­κε­ται μα­κριά του, ἀλ­λὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ κά­θε δέ­σμευ­ση μὲ πρό­σω­πα, πράγ­μα­τα καὶ κα­τα­στά­σεις καὶ ζεῖ μί­α και­νού­ρια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Βι­ώ­νει τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὴν ἀ­κλό­νη­τη πί­στη καὶ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι ἔ­χει βρεῖ τὴν ἀ­λή­θεια ποὺ ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πὸ ὅ­λα ὅ­σα κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν πε­ρι­κυ­κλώ­νουν.

Καὶ ἀ­φοῦ ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, τί­θε­ται σο­βα­ρὰ τώ­ρα τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: Ἐ­μεῖς ποὺ ἤ­δη ἔ­χου­με δε­χθεῖ καὶ ἔ­χου­με λά­βει τὴν πρό­σκλη­ση, τὸ χά­ρι­σμα τῆς υἱ­ο­θε­σί­ας καὶ τὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀ­φή­νου­με ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τα μὲ τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ τὸ Πα­νά­γιο θέ­λη­μά Του; Ἢ μή­πως ἡ καρ­διά μας καὶ ὁ νοῦς μας εἶ­ναι κολ­λη­μέ­να σὲ πρό­σω­πα καὶ κα­τα­στά­σεις ποὺ θλί­βουν τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα; Στὴν ὕ­παρ­ξή μας, μορ­φώ­νου­με τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ μὲ τὸν κα­θη­με­ρι­νὸ ἀ­γῶ­να ἐ­ναν­τί­ον τοῦ ποι­κί­λου κα­κοῦ ποὺ μᾶς πε­ρι­βά­λει ἢ ἡ θέ­λη­σή μας εἶ­ναι τό­σο ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἐ­νῶ γνω­ρί­ζου­με τὸ ὀρ­θό, δὲν προ­σπα­θοῦ­με νὰ τὸ ἐ­φαρ­μό­σου­με; Εἴ­μα­στε ἕ­τοι­μοι γιὰ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴ δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ νὰ ἀ­πο­κό­ψου­με ὁ­τι­δή­πο­τε κρα­τᾶ τὴν ψυ­χή μας ἀ­πὸ ὑ­ψη­λὰ πε­τάγ­μα­τα; Ἤ, ἀλ­λοί­μο­νο, κα­ταν­τοῦ­με σὰν τοὺς ἀ­ε­τοὺς ποὺ εἶ­ναι κλει­σμέ­νοι μέ­σα στὰ κλου­βιά;

Ἡ ἐ­κλο­γὴ καὶ ἡ κλή­ση τῶν Ἀ­πο­στό­λων εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ μυ­στή­ρια τοῦ Θε­οῦ, καὶ τὸ ἔρ­γο καὶ τὸ κα­τόρ­θω­μα τῶν Ἀ­πο­στό­λων εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θαύ­μα­τα τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Ματ­θαῖ­ος, εἶ­ναι ὁ τε­λώ­νης, ποὺ ἔ­γι­νε ὁ Ἀ­πό­στο­λος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κι ἔ­γρα­ψε τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, ποὺ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, ἕ­να βι­βλί­ο τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­βά­στη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο στὸν κό­σμο. Ἀ­ξί­ζει νὰ κλεί­σου­με τὶς σκέ­ψεις μας, στὴν ἱ­ε­ρὴ μνή­μη τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­στῆ Ματ­θαί­ου, μὲ τὶς λέ­ξεις μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες κλεί­νει καὶ τὸ ἱ­ε­ρὸ Εὐ­αγ­γέ­λιό του. Εἶ­ναι ἡ θεί­α καὶ γλυ­κύ­τα­τη φω­νὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­στα­ση, μὲ τὴν ὁ­ποί­α βε­βαι­ώ­νει τοὺς μα­θη­τές Του καὶ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­τι θὰ εἶ­ναι πάν­τα μα­ζί μας ὡς τὴ συν­τέ­λεια τῶν αἰ­ώ­νων. Εἶ­ναι ἡ ὑ­πό­σχε­ση καὶ βε­βαί­ω­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ οἱ πι­στοί, «ἄγ­κυ­ραν ἐλ­πί­δος κα­τέ­χον­τες ἀ­γαλ­λό­με­θα», κα­θὼς τὸ ψάλ­λο­με στὸν Κα­νό­να τοῦ Πά­σχα. Ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς εἶ­πε στοὺς μα­θη­τὲς Του κα­θὼς τὸ πα­ρα­δί­δει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ματ­θαῖ­ος «...ἐ­γὼ με­θ’ ὑ­μῶν εἰ­μι πά­σας τὰς ἡ­μέ­ρας ἕ­ως τῆς συν­τέ­λειας τοῦ αἰ­ῶ­νος». Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: