Ἀπολυτίκιον, τῆς Πεντηκοστῆς Ἦχος πλ. δ' Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

23 Νοεμβρίου 2014 - Κυριακὴ Θ΄ Λουκᾶ

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 47
Κυ­ρια­κὴ Θ΄ Λου­κᾶ
23 Νο­ε­βρί­ου 2014
Λου­κᾶ ιβ΄ 16 - 21

Ὁ ζῆ­λος τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ὄ­χι γιὰ τὸν ἀ­λη­θι­νὸ πλοῦ­το ποὺ κα­τα­ξι­ώ­νει τὴν ὕ­παρ­ξή του ὡς «εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ» ἀλ­λὰ γιὰ τὴν ἐ­ξα­σφά­λι­ση ὑ­λι­κῶν στη­ριγ­μά­των, τὸν ἀ­φή­νει πολ­λὲς φο­ρὲς με­τέ­ω­ρο καὶ ξε­κρέ­μα­στο μὲ φο­βε­ρὲς πα­ρε­νέρ­γει­ε­ς ὡς πρὸς τοὺς προ­σα­να­το­λι­σμούς του.
Ἡ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ τῆς ἡ­μέ­ρας εἶ­ναι ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὴ ἀλ­λὰ καὶ δι­α­φω­τι­στι­κὴ σ’ αὐ­τὸ τὸ ζή­τη­μα. Ἡ ἀ­φορ­μὴ δί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ φι­λο­νι­κί­α δύ­ο ἀ­δελ­φῶν πά­νω σὲ κλη­ρο­νο­μι­κὰ ζη­τή­μα­τα. Ἡ πλε­ο­νε­ξί­α τοὺς εἶ­χε κυ­ρι­εύ­σει σὲ βαθ­μὸ ποὺ ἔ­γι­ναν ἀ­γνώ­ρι­στοι. Ὁ Κύ­ριος γιὰ νὰ μᾶς βο­η­θή­σει ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με τὸν αὐ­θεν­τι­κὸ ἑ­αυ­τό μας, μᾶς πα­ρα­δί­δει τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ ἄ­φρο­να πλου­σί­ου, μὲ τὰ τό­σα πε­ρι­ε­κτι­κὰ μη­νύ­μα­τα, ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὴν ἐ­πο­χή μας.

Βλέ­που­με ἀ­κρι­βῶς ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς μι­λᾶ γιὰ τὴν πλε­ο­νε­ξί­α τοῦ πλου­σί­ου καὶ ὄ­χι βέ­βαι­α γιὰ τὸν πλοῦ­το του. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ πλε­ο­νε­ξί­α εἶ­ναι ποὺ τὸν ὁ­δή­γη­σε στὴν ἀ­φρο­σύ­νη. Εἶ­ναι ὄν­τως πά­θος φο­βε­ρὸ ποὺ κα­θη­λώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ἐγ­κλω­βί­ζει στὴν ὀ­δύ­νη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, τὸν εἰ­σά­γει στὸν χῶ­ρο τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας. Γνω­ρί­ζει μί­α φο­βε­ρὴ μορ­φὴ δου­λεί­ας καὶ δὲν αἰ­σθά­νε­ται νὰ εἶ­ναι πρό­σω­πο ἐ­λεύ­θε­ρο.

Καὶ ὅ­μως, ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ τὸν ἔ­τα­ξε νὰ εἶ­ναι κυ­ρί­αρ­χος καὶ δι­α­χει­ρι­στὴς τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Ὁ ἴ­διος ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­γά­πη μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ βυ­θι­σθεῖ δου­λι­κὰ στὶς βι­ο­τι­κὲς μέ­ρι­μνες καὶ νὰ λη­σμο­νή­σει τὸν ἀ­νώ­τε­ρο προ­ο­ρι­σμό του.

Ἡ ἁ­μαρ­τί­α σ’ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὡς ἀ­σθέ­νεια τῆς βού­λη­σης ποὺ μὲ τὴ σει­ρὰ της προ­κα­λεῖ σο­βα­ρὲς δι­α­τα­ρα­χὲς στὶς σχέ­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Θε­ό, μὲ τὸ συ­νάν­θρω­πό του ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὰ ἀ­γα­θὰ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι στὰ χέ­ρια τοῦ σω­στοῦ ἀν­θρώ­που τὸ σί­δε­ρο γί­νε­ται ἀ­λέ­τρι καὶ προ­σφέ­ρε­ται γιὰ τὴν καλ­λι­έρ­γεια τῆς γῆς. Στὰ χέ­ρια ὅ­μως ἑ­νὸς ἐμ­πα­θοῦς ἀν­θρώ­που με­τα­τρέ­πε­ται συ­νή­θως σὲ φο­νι­κὸ ὄρ­γα­νο ποὺ σκο­τώ­νει. Βλέ­που­με ἔ­τσι ὅ­τι ἡ χρή­ση ὁ­ρι­ζον­τι­ώ­νε­ται στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἐ­νῶ ἡ κα­τα­χρη­ση βυ­θί­ζει στὸ σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ ἀ­παν­θρω­πι­σμοῦ.

Ὁ πλε­ο­νέ­κτης ἄν­θρω­πος μό­νο στὴ σφαῖ­ρα τῆς ψευ­δαί­σθη­σης μπο­ρεῖ νὰ αἰ­σθά­νε­ται εὐ­τυ­χι­σμέ­νος καὶ χα­ρού­με­νος. Ἡ πα­θο­γέ­νεια αὐ­τὴ ἀ­πο­κα­λύ­πτει φτώ­χεια, ἀ­να­σφά­λεια καὶ δυ­στυ­χί­α. Ὁ πλού­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς εἶ­χε τό­σα ἀ­γα­θά, ἀλ­λὰ συλ­λαμ­βά­νε­ται νὰ εἶ­ναι συ­νε­χῶς ἀ­νή­συ­χος καὶ τα­ραγ­μέ­νος. «Τί νὰ κά­νω; Ἔ­χω τό­σα ἀ­γα­θὰ καὶ δὲν ἔ­χω ποῦ νὰ τὰ ἀ­πο­θη­κεύ­σω». Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ μέ­ρι­μνες, οἱ ἀ­νη­συ­χί­ες, οἱ ἀ­γω­νί­ες φθεί­ρουν τε­λι­κὰ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ψυ­χι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ σω­μα­τι­κά. Ἀν­τί­θε­τα, ἰ­σχυ­ρὸ εἶ­ναι τὸ πα­ρά­δειγ­μα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς δί­νουν φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι, τῶν ὁ­ποί­ων ὅ­μως ἡ καρ­διὰ εἶ­ναι γε­μά­τη ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἀ­γά­πη. «Δό­ξα τῷ Θε­ῷ», λέ­νε ἐκ βά­θους καρ­δί­ας καὶ τοὺς βλέ­που­με μὲ με­γά­λες ἀν­το­χὲς νὰ πλου­τί­ζουν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὀ­λι­γάρ­κειά τους.

Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι κύ­ριος τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του καὶ ἐ­λέγ­χει τὶς ὀ­ρέ­ξεις καὶ ἀ­παι­τή­σεις του, τό­τε γί­νε­ται αὐ­τάρ­κης καὶ ἀ­πο­φεύ­γει τὴν κα­κί­α τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας. Ἀν­τί­θε­τα, ὁ πλε­ο­νέ­κτη­ς δὲν χορ­ταί­νει μὲ τί­πο­τε καὶ ἐ­πι­ζη­τεῖ ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα, ἐ­κτρο­χι­ά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­πὸ τὸν ἀ­λη­θι­νὸ προ­ο­ρι­σμό του. Γι’ αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε καὶ ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς συμ­βου­λεύ­ει: «Νε­κρώ­σα­τε τὰ μέ­λη ὑ­μῶν…καὶ τὴν πλε­ο­νε­ξί­αν, ἥ­τις ἐ­στὶν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α».

Ἡ πρό­κλη­ση γιὰ ὑ­πέρ­βα­ση εἶ­ναι εὐ­δι­ά­κρι­τη, ὅ­πως μᾶς τὴ θέ­τει ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸν θά­να­το –ποὺ εἶ­ναι ὁ ἔ­σχα­τος ἐ­χθρός του– μὲ τὰ χρή­μα­τα καὶ τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά. Ἡ αὐ­το­νό­μη­σή τους πα­ρα­πέμ­πει σὲ σπέρ­μα­τα τῆς φθο­ρᾶς καὶ τοῦ θα­νά­του. Αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ἀ­λή­θεια ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ὁ Χρι­στὸς στὸν πλού­σιο τῆς πα­ρα­βο­λῆς, ὅ­ταν τοῦ λέ­ει: «Ἄ­φρον, ταύ­τῃ τῇ νυ­κτὶ τὴν ψυ­χή­ν σου ἀ­παι­τοῦ­σιν ἀ­πὸ σοῦ, ἃ δὲ ἡ­τοί­μα­σας τί­νι ἔ­σται;».

Ἀ­γα­πη­τοὶ μου ἀ­δελ­φοί, ὁ Κύ­ριος μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μᾶς προ­σκα­λεῖ γιὰ νὰ ἐγ­κολ­πω­θοῦ­με τοὺς ἀ­λη­θι­νοὺς καὶ αἰ­ώ­νιους θη­σαυ­ροὺς ποὺ συ­νι­στοῦν τὸν «κα­τὰ Θε­ὸν πλοῦ­το». Ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη στὸν ἀν­τί­πο­δα τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας, δι­ευ­ρύ­νουν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα τὸ με­γα­λεῖ­ο τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Σ’ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη προ­ο­πτι­κή, ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται χρι­στο­ει­δὴς καὶ γεύ­ε­ται τῆς αἰ­ώ­νιας πλη­ρό­τη­τας καὶ ζω­ῆς. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: