Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

2 Νοεμβρίου 2014 - Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 44
Κυ­ρια­κὴ Ε΄ Λου­κᾶ
2 Νο­εμ­βρί­ου 2014
Λου­κᾶ ι­στ΄ 19 – 31

Ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α τῶν Γραμ­μα­τέ­ων καὶ τῶν Φα­ρι­σαί­ων στά­θη­κε ἀ­φορ­μὴ γιὰ νὰ μᾶς προ­σφέ­ρει ὁ Χρι­στὸς τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ πλού­σιου καὶ τοῦ φτω­χοῦ Λα­ζά­ρου, τὴν ὁ­ποί­α ἀ­κού­σα­με σή­με­ρα, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, καὶ ἡ ὁ­ποί­α μᾶς με­τα­φέ­ρει μη­νύ­μα­τα καὶ νο­ή­μα­τα οὐ­ρά­νιας ἐμ­βέ­λειας καὶ ἀ­κτι­νο­βο­λί­ας.

Οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι ἔ­βλε­παν σὰν εὔ­νοι­α τοῦ Θε­οῦ τὴν ἐ­ξα­σφά­λι­ση ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν καὶ χρη­μά­των καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση σὰν ἀ­πο­δει­κτι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ πι­στο­ποί­η­ση τοῦ «κα­λοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους». Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο δι­καί­ω­ναν τὸν ἑ­αυ­τὸ τους μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σαν βέ­βαι­α γιὰ τὶς προ­θέ­σεις καὶ δι­α­θέ­σεις τους ποὺ κα­θρέ­φτι­ζαν τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κή τους ἀ­κα­τα­στα­σί­α καὶ κυ­ρί­ως τὴν ἀ­ξε­πέ­ρα­στη ὑ­πο­κρι­σί­α τους.

Αὐ­τὴ ἡ ἀν­τί­λη­ψη δυ­στυ­χῶς δι­α­περ­νᾶ στὸ χρό­νο καὶ φθά­νει μέ­χρι καὶ τὶς δι­κές μας μέ­ρες μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φές. Γι­’ αὐ­τὸ καὶ ἐ­πι­βάλ­λε­ται με­γά­λη προ­σο­χὴ γιὰ νὰ μὴν πέ­σου­με στὴν πα­γί­δα ποὺ τό­σο ἀ­δί­στα­κτα στή­νει ἡ φα­ρι­σα­ϊ­κὴ ὑ­πο­κρι­σί­α. Ἡ ἐ­γω­ι­στι­κὴ κα­λο­πέ­ρα­ση σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, μπο­ρεῖ νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σει στὴν ἀ­πώ­λεια τῆς κοι­νω­νί­ας τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δὴ τῆς Οὐ­ρά­νιας Βα­σι­λεί­ας. Ἀν­τί­θε­τα, οἱ δο­κι­μα­σί­ες τῆς ζω­ῆς μπο­ρεῖ νὰ λει­τουρ­γή­σουν ὡς δεῖ­κτες ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν στὸν Πα­ρά­δει­σο, ἀρ­κεῖ νὰ τὶς ἀ­πο­δε­χό­μα­στε μὲ πί­στη, ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἐλ­πί­δα. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ πλού­σιου καὶ τοῦ πτω­χοῦ Λα­ζά­ρου, ἑ­πο­μέ­νως, δί­νον­ται μη­νύ­μα­τα ζω­τι­κῆς ση­μα­σί­ας ποὺ μᾶς προ­φυ­λάσ­σουν ἀ­πὸ ἐ­πι­κίν­δυ­νες πα­γί­δες.

Ὁ πλού­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς κα­τα­κρα­τοῦ­σε ὅ­λα του τὰ ἀ­γα­θὰ μό­νο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ὁ ἐ­γω­ι­σμός του, τοῦ προ­κα­λοῦ­σε τό­ση ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­κα­τα­στα­σί­α, ὥ­στε κλει­νό­ταν ἑρ­μη­τι­κὰ στὸν ἑ­αυ­τό του καὶ πε­ρι­φρο­νοῦ­σε τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Αὐ­τὸ εἶ­χε συ­νέ­πει­ες καὶ γιὰ τὸν ἴ­διο ποὺ πα­ρέ­με­νε χω­ρὶς πρό­σω­πο, δη­λα­δὴ χω­ρὶς ὄ­νο­μα. Ἡ πα­ρα­βο­λὴ κά­νει λό­γο ἀ­ό­ρι­στα καὶ γε­νι­κὰ γιὰ κά­ποι­ον πλού­σιο, ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη προ­βάλ­λει τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ πτω­χοῦ Λα­ζά­ρου.

Αὐ­τὴ τὴν ἀ­λή­θεια πρέ­πει νὰ τὴν προ­σέ­ξου­με ἰ­δι­αί­τε­ρα σή­με­ρα. Ὁ πο­λι­τι­σμὸς μας εὐ­νο­εῖ τὴν ὑ­περ­τρο­φι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ καὶ τοῦ ἀ­το­μι­σμοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που. Γι­’ αὐ­τὸ καὶ ὑ­πε­ρι­σχύ­ει ἡ ἀλ­λη­λο­πε­ρι­φρό­νη­ση καὶ ὁ πα­ραγ­κω­νι­σμός. Ὁ ἄν­θρω­πος σή­με­ρα στε­ρεῖ­ται προ­σω­πι­κῆς ταυ­τό­τη­τας καὶ ἔ­τσι χά­νει τὴν ἀ­ξί­α του ὑ­πο­τασ­σό­με­νος σὲ θε­σμοὺς καὶ συ­στή­μα­τα ποὺ σὲ ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­πτώ­σεις λει­τουρ­γοῦν στραγ­γα­λι­στι­κὰ καὶ ἐ­ξου­θε­νω­τι­κά. Πολ­το­ποι­εῖ­ται ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τά του σὲ μί­α ἀ­νώ­νυ­μη μᾶ­ζα καὶ κα­ταν­τᾶ ἕ­νας ἁ­πλὸς ἀ­ριθ­μός.

Ὁ πλού­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς ἤ­θε­λε ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι νὰ τὸν ὑ­πη­ρε­τοῦν καὶ νὰ τὸν φρον­τί­ζουν, ἐ­νῶ αὐ­τὸς δὲν προ­σέ­φε­ρε τί­πο­τε. Οὔ­τε ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῶν ἀ­γα­θῶν του. Ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ του αὐ­τὴ ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ στά­ση ποὺ τη­ροῦ­σε ἀ­πέ­ναν­τι στὸν πτω­χὸ Λά­ζα­ρο.

Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀν­τι­θέ­σεις ποὺ ἐ­ναλ­λάσ­σον­ται στὴ δι­ή­γη­ση, προ­βάλ­λει ἀ­πὸ τὴ μί­α ἡ κα­λο­πέ­ρα­ση τοῦ πλου­σί­ου καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἡ ἐ­ξα­θλί­ω­ση τοῦ Λα­ζά­ρου. Ἀ­κρι­βῶς, τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο μᾶς βο­η­θεῖ ν’ ἀ­να­κα­λύ­πτου­με μέ­σα σ’ αὐ­τὲς τὶς ἀν­τι­θέ­σεις τὴν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ αἰ­ώ­νια ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. «Πα­ρά­γει τὸ σχῆ­μα τοῦ κό­σμου τού­του». Αὐ­τὸς ὁ κό­σμος περ­νά­ει. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ «μέ­νει εἰς τὸν αἰ­ῶ­να» εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια τοῦ Θε­οῦ, τὴν ὁ­ποί­α κα­λεῖ­ται ὁ ἄν­θρω­πος νὰ ἐγ­κολ­πω­θεῖ στὴ ζω­ή του.

Τὸ ὄ­νο­μα Λά­ζα­ρος ση­μαί­νει «ὁ Θε­ὸς βο­η­θός μου». Αὐ­τὸ με­του­σί­ω­νε σὲ πρά­ξη κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς ὁ Λά­ζα­ρος μέ­σα ἀ­πὸ τὴν φτώ­χεια καὶ τὴ βα­ρειὰ ἀρ­ρώ­στιά του. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ χορ­τά­σει μὲ ψί­χου­λα ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πλου­σί­ου. Τό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν ὁ Λά­ζα­ρος, ὥ­στε δὲν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε τὰ σκυ­λιὰ ν’ ἀ­πο­μα­κρύ­νει ποὺ ἔρ­χον­ταν καὶ ἔ­γλει­φαν τὶς πλη­γές του καὶ μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο τοῦ προ­ξε­νοῦ­σαν φο­βε­ροὺς πό­νους.

Πα­ρὰ τὴ δυ­στυ­χί­α καὶ τὸν πό­νο του, ὁ Λά­ζα­ρος πο­τὲ δὲν πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Καὶ αὐ­τό, σ’ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴ νο­ο­τρο­πί­α τὴ δι­κή μας σή­με­ρα ποὺ ὑ­ψώ­νου­με συ­νε­χῶς φω­νὲς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας νο­μί­ζον­τας ὅ­τι μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο μπο­ροῦ­με νὰ φτι­ά­ξου­με τὸν κό­σμο, σύμ­φω­να μὲ τὶς δι­κές μας ἐ­πι­θυ­μί­ες.

Ὁ θά­να­τος ἐ­πι­σκέ­φθη­κε πρῶ­τα τὸ Λά­ζα­ρο καὶ με­τὰ τὸν πλού­σιο τῆς πα­ρα­βο­λῆς. Ἡ ζω­ὴ τοῦ πλου­σί­ου, σύμ­φω­να πάν­τα μὲ τὴ δι­ή­γη­ση, με­τὰ τὸ θά­να­το εἶ­ναι γε­μά­τη βά­σα­να καὶ πό­νους. Πο­νοῦ­σε μά­λι­στα πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τὸ Λά­ζα­ρο νὰ εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Πα­τριά­ρχη Ἀ­βρα­άμ. Στε­ρε­ώ­νε­ται μά­λι­στα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἀ­με­τα­νο­η­σί­α του ὅ­ταν φέ­ρε­ται νὰ ζη­τεῖ ἀ­πὸ τὸ Θε­ὸ νὰ ἀ­να­στη­θεῖ ὁ Λά­ζα­ρος ὥ­στε μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο νὰ ἐ­ξα­ναγ­κα­σθοῦν τὰ πέν­τε ἀ­δέλ­φια του νὰ πι­στεύ­σουν. Πί­σω ὅ­μως ἀ­πὸ τὸ ἐ­πι­φα­νεια­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τους, μπο­ρεῖ νὰ δι­α­κρί­νει κά­ποι­ος τὸν ἐ­γω­ι­σμό του μὲ τὸ νὰ ρί­χνει τὶς εὐ­θύ­νες γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή του στὸ Θε­ό. Ἀ­φοῦ ὁ Θε­ὸς δὲν κά­νει «θαύ­μα­τα» γιὰ νὰ μᾶς ἐ­ξα­ναγ­κά­σει νὰ ζοῦ­με στὴν ἀ­γά­πη του, τό­τε δὲν φταῖ­με ἐ­μεῖς ποὺ βι­ώ­νου­με τὴν κό­λα­ση τῆς ἀ­που­σί­ας του.

Ἀ­γα­πη­τοὶ μου ἀ­δελ­φοί, ἡ πρό­κλη­ση ποὺ ὑ­ψώ­νει ἐ­νώ­πιόν μας ἡ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ εἶ­ναι νὰ ἀρ­νη­θοῦ­με τὴν ἐ­ξάρ­τη­ση ποὺ προ­σφέ­ρουν τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ καὶ σὲ ὅ­ποι­α κα­τά­στα­ση κι ἂν βρι­σκό­μα­στε νὰ ἐμ­πι­στευ­θοῦ­με τὸν ἑ­αυ­τό μας στὸ Θε­ό. Μό­νο κον­τά Του θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἀ­να­παυ­θοῦ­με στὴν μό­νι­μη χα­ρὰ ποὺ προ­σφέ­ρει ἡ πα­ρου­σί­α Του καὶ νὰ πά­ρου­με γεύ­σεις τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ πλού­του τῆς ζω­ῆς. Ἡ στά­ση ποὺ μὲ με­γά­λη πί­στη καὶ ὑ­πο­μο­νὴ τη­ροῦ­σε ὁ Λά­ζα­ρος μέ­σα ἀ­πὸ τὴ φτώ­χεια καὶ τὸν πό­νο του, ἂς γί­νει ὁ­δη­γὸς καὶ πυ­ξί­δα στὴ δι­κή μας ζω­ή. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: