Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

4 Ἰανουαρίου 2015 - Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 1
Κυ­ρια­κὴ πρὸ τῶν Φώ­των
4 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015
Β’ Τιμ. δ΄ 5-8 

«Σύ δέ νῆ­φε… κα­κο­πά­θη­σον, τήν δι­α­κο­νί­αν σου πλη­ρο­φό­ρη­σον»

Στό ση­με­ρι­νό ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στόν μα­θη­τή του Τι­μό­θε­ο, τοῦ λέ­ει, με­τα­ξύ ἄλ­λων, πώς πρέ­πει νά ἐ­πα­γρυ­πνεῖ στό ἔρ­γο πού τοῦ ἔ­χει ἀ­να­τε­θεῖ. Νά προ­σέ­χει τούς πει­ρα­σμούς πού μπο­ροῦν νά τόν ἀ­πο­μα­κρύ­νουν ἀ­πό τό κα­θῆ­κον του. Νά ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γιά τίς ψυ­χές πού τοῦ ἔ­χει ἐμ­πι­στευ­θεῖ ὁ Θε­ός.

Τοῦ το­νί­ζει πώς δέν πρέ­πει νά ἀ­πο­θαρ­ρύ­νε­ται ἀ­πό τίς δυσ­κο­λί­ες τοῦ ἔρ­γου του, ἀλ­λά νά τίς ἀν­τι­με­τω­πί­ζει μέ προ­θυ­μί­α ὑ­πο­μέ­νον­τας κά­θε κό­πο καί κά­θε θυ­σί­α γι’ αὐ­τό. Κά­θε δι­ά­κο­νος τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου καί κά­θε λει­τουρ­γός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὀ­φεί­λει νά πε­ρι­μέ­νει θλί­ψη καί κα­κο­πά­θεια στήν προ­σπά­θειά του γιά τήν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ κα­θή­κον­τός του.

Αὐ­τά πού λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος πρός τόν Τι­μό­θε­ο τά λέ­ει καί στόν κα­θέ­ναν ἀ­πό ἐ­μᾶς. Κι αὐ­τό, για­τί ὅ­λοι, κλη­ρι­κοί καί λα­ϊ­κοί, ἔ­χου­με τήν εἰ­δι­κή καί τή γε­νι­κή ἱ­ε­ρω­σύ­νη ἀν­τί­στοι­χα. Γεν­νι­έ­ται, λοι­πόν, τό ἐ­ρώ­τη­μα: Τί ρό­λο θά παί­ξου­με στή ζω­ή μας; Θά εἴ­μα­στε δη­μι­ουρ­γι­κοί πα­ρά­γον­τες ἤ πα­ρά­σι­τα τῆς κοι­νω­νί­ας; Θά καρ­πο­φο­ροῦ­με στήν ἀ­ρε­τή ἤ θά μεί­νου­με ἄ­καρ­ποι; Θά ἐν­δι­α­φε­ρό­μα­στε γιά τούς συ­ναν­θρώ­πους μας ἤ θά κοι­τά­ζου­με μό­νο τόν ἑ­αυ­τό μας;

Ἡ κοι­νω­νί­α, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α ζοῦ­με, πε­ρι­μέ­νει τήν ἀ­πάν­τη­σή μας. Ὄ­χι μέ λό­για ἀλ­λά μέ ἔρ­γα. Ἡ ἀ­καρ­πί­α στά δέν­τρα καί γε­νι­κά στή φύ­ση θε­ω­ρεῖ­ται συμ­φο­ρά. Στή ση­με­ρι­νή ζω­ή ὅ­μως πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων λαμ­βά­νε­ται δυ­στυ­χῶς σάν κά­τι φυ­σι­κό. Ἄν ρί­ξου­με ἕ­να βλέμ­μα γύ­ρω μας θά δοῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι σπά­νια τά ἔρ­γα κα­λο­σύ­νης καί ἀ­γά­πης. Ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι πού ἀρ­νοῦν­ται νά προ­σφέ­ρουν ὁ­ποι­αν­δή­πο­τε δι­α­κο­νί­α στούς συ­ναν­θρώ­πους τους. Κρα­τοῦν τήν καρ­διά τους κλει­στή γιά ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε. Εἶ­ναι δέν­τρα πού ἔ­χουν ἀρ­νη­θεῖ στόν ἐ­αυ­τό τους τό δῶ­ρο τῆς καρ­πο­φο­ρί­ας. Εἶ­ναι οἱ με­γά­λοι καί δυ­να­τοί, πού στό πο­τά­μι τοῦ πλού­του τους ὑ­ψώ­νουν τό φράγ­μα τοῦ ἀ­το­μι­σμοῦ καί τῆς ὑ­λο­φρο­σύ­νης καί δέν ἐ­πι­τρέ­πουν οὔ­τε μί­α στα­γό­να νά πέ­σει στά δι­ψα­σμέ­να χεί­λη τῶν ὑ­πο­λοί­πων. Εἶ­ναι ὅ­σοι παίρ­νουν θέ­σεις καί ἀ­ξι­ώ­μα­τα. Ξε­χνοῦν ἀ­πό ποῦ ξε­κί­νη­σαν καί ἀ­δι­α­φο­ροῦν γιά τούς ἀ­δύ­να­τους καί τούς ἀ­δι­κη­μέ­νους.

Ὑ­πάρ­χουν καί οἱ ἄλ­λοι, μέ τίς σω­στές ἀν­τι­λή­ψεις, πού δέν κά­νουν τό κα­κό, ἀλ­λά καί δέν προ­χω­ροῦν στήν καρ­πο­φο­ρί­α. Ἀρ­κοῦν­ται στίς δι­α­πι­στώ­σεις καί τά λό­για. Εἶ­ναι τά ὡ­ραῖ­α δέν­τρα μέ τήν πλού­σια φυλ­λω­σιά, χω­ρίς ὅ­μως καρ­πούς. Ὁ Κύ­ριός μας, ὅ­μως, πού κα­τα­ρά­στη­κε τήν ἄ­καρ­πη συ­κιά, μή­πως δέν θά κά­νει τό ἴ­διο καί σέ ὅ­σους με­τα­βάλ­λον­ται σέ ἄ­καρ­πα δέν­δρα;

Τό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Χρι­στοῦ μας καί τῶν Ἀ­πο­στό­λων Του ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ πρῶ­τοι Χρι­στια­νοί. Σκόρ­πι­σαν τή χα­ρά, πρόσ-φε­ραν τή βο­ή­θεια, ἄ­νοι­ξαν δρό­μους ζω­ῆς καί πο­λι­τι­σμοῦ, ὀ­μόρ­φη­ναν τή ζω­ή τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ­δή­γη­σαν οἰ­κο­γέ­νει­ες καί ἔ­θνη στό δρό­μο τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­που ὑ­πῆρ­χε τό μῖ­σος ἔ­φε­ραν τήν ἀ­γά­πη. Ὅ­που ἡ ἀ­δι­κί­α, τή δι­και­ο­σύ­νη. Ὅ­που ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α, τήν πί­στη. Ὅ­που ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, τήν ἐλ­πί­δα. Ὅ­που τό σκο­τά­δι, τό φῶς.

Τήν πο­λύ­τι­μη αὐ­τή κλη­ρο­νο­μιά τῆς καρ­πο­φο­ρί­ας, ἀ­γα­πη­τοί μου, κα­λού­μα­στε νά συ­νε­χί­σου­με ὅ­λοι μας, ὥ­στε ἡ ἄ­γο­νη ἐ­πο­χή μας νά «ἀν­θή­σει ὡς κρί­νον καί ἐ­ξαν­θή­σει καί ὑ­λο­χα­ρή­σει καί ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ται» (Ἥσ. 35, 1-2). Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: