Ἀπολυτίκιον, τῆς Πεντηκοστῆς Ἦχος πλ. δ' Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Κυ­ρια­κὴ 25 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015 - Τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 4
Κυ­ρια­κὴ 25 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015
Τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου
Ἑ­βρ. ζ΄ 26 - η΄ 2

«Τοι­οῦ­τος ἡ­μῖν ἔ­πρε­πεν ἀρ­χι­ε­ρεύς, ὅ­σιος, ἄ­κα­κος, ἀ­μί­αν­τος»

Γιά ποι­όν μι­λά­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος; Ποι­όν ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ἀ­γα­πη­τοί μου, ἔ­χει ὑ­π’ ὄ­ψιν του, ὅ­ταν τόν προ­βάλ­λει σάν τόν ἀ­πο­λύ­τως ὅ­σιο, ἄ­κα­κο καί ἀ­μί­αν­το; Ἔ­χει μπρο­στά στά μά­τια του καί μέ­σα στήν καρ­διά του τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἀρ­χι­ε­ρέ­ας στόν αἰ­ώ­να.

Αὐ­τός ἦλ­θε νά προ­σφέ­ρει θυ­σί­α γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους τόν ἑ­αυ­τό Του. Αὐ­τός ἦ­ταν ὁ θύ­της καί τό θῦ­μα, ὁ θυ­σιά­ζων καί ὁ θυ­σι­α­ζό­με­νος, ὁ προ­σφέ­ρων καί ὁ προ­σφε­ρό­με­νος. Αὐ­τός εἶ­ναι «ὁ ἀ­μνός τοῦ Θε­οῦ ὁ αἴ­ρων τήν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου». Οἱ ἀ­πό ἀν­θρώ­πους ἀρ­χι­ε­ρεῖς προ­σέ­φε­ραν καί προ­σφέ­ρουν θυ­σί­ες ὑ­πέρ τοῦ λα­οῦ, ἀλ­λά καί ὑ­πέρ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους, δι­ό­τι καί αὐ­τοί ὡς ἄν­θρω­ποι, ὅ­σο εὐ­σε­βεῖς κι ἄν νο­η­θοῦν, δέν παύ­ουν νά ἐ­χουν ἀ­δυ­να­μί­ες καί ἁ­μαρ­τί­ες. Ὁ Χρι­στός μας, ὅ­μως, ἦ­ταν ὁ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­μάρ­τη­τος καί ἅ­γιος, ἐξ ὁ­λό­κλη­ρου ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος καί ὑ­πά­κου­ος πρός τόν Θε­όν Πα­τέ­ρα. Ἀ­μί­αν­τος, χω­ρίς καμ­μί­α προ­πα­το­ρι­κή κλί­ση, χω­ρίς ἴ­χνος μο­λυ­σμοῦ. Γι’ αὐ­τό καί προ­βάλ­λε­ται σάν τό τε­λει­ώ­τα­το πρό­τυ­πο καί πα­ρά­δειγ­μα γιά τούς ἀρ­χι­ε­ρεῖς ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων. Κά­θε ἀρ­χι­ε­ρέ­ας Ἐ­κεῖ­νον πρέ­πει νά ἀν­τι­γρά­φει.

Ἀλ­λά τί­θε­ται τό ἐ­ρώ­τη­μα: εἶ­ναι δυ­να­τόν ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ὅ­σο εὐ­σε­βής κι ἄν νο­η­θῆ, νά φθά­σει στό ὕ­ψος τῆς ἀ­πό­λυ­της ἀ­ρε­τῆς καί ἁ­γι­ό­τη­τας τοῦ Κυ­ρί­ου; Βε­βαί­ως ὄ­χι. Εὐ­τυ­χῶς, ὅ­μως, γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας, ὑ­πῆρ­ξαν καί ὑ­πάρ­χουν ἀρ­χι­ε­ρεῖς μέ βα­θειά εὐ­λά­βεια, μέ θαυ­μα­στή ὑ­πα­κο­ή στό Θε­ό, μέ ἁ­γνό­τη­τα ψυ­χῆς, μέ ἁ­γι­ό­τη­τα. Ἔ­χουν ἐ­πί­γνω­ση τῆς εὐ­θύ­νης τοῦ ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κοῦ τους ἀ­ξι­ώ­μα­τος, κα­τα­νό­η­ση τῆς ἀ­πο­στο­λῆς τους, συ­ναί­σθη­ση τῶν κα­θη­κόν­των τους ἀ­πέ­ναν­τι Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­πων.

Ἕ­νας τέ­τοι­ος ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, στο­λι­σμέ­νος μέ ἀ­ρε­τές, ἀ­γω­νι­στής καί νι­κη­τής στό στί­βο τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀ­γώ­νων κα­τά τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν, ποι­η­τής – κή­ρυ­κας τοῦ Θεί­ου λό­γου, μι­μη­τής τοῦ Χρι­στοῦ μας ὑ­πῆρ­ξε καί ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, τοῦ ὁ­ποί­ου τή μνή­μη ἑ­ορ­τά­ζει σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας. Δο­κι­μά­στη­κε σκλη­ρά ἀ­πό λα­ϊ­κούς καί κλη­ρι­κούς. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως βρῆ­κε ἕ­να μό­νο Ὀρ­θό­δο­ξο Να­ό, τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­να­στα­σί­ας, καί ἄρ­χι­σε τόν ἀ­γώ­να ἐ­ναν­τί­ον τῆς αἱ­ρέ­σε­ως, μέ πρα­ό­τη­τα, τα­πει­νό φρό­νη­μα ἀλ­λά καί ἀ­γω­νι­στι­κό­τη­τα. Καί, ὅ­ταν στή Σύ­νο­δο τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, οἱ ἐ­χθροί του τόν πο­λέ­μη­σαν μέ λύσ­σα, ὁ Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος, γιά τήν εἰ­ρή­νη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­πό τόν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κό θρό­νο καί γύ­ρι­σε στή Να­ζια­νζό ὡς Ἐ­πί­σκο­πος. Δέν τό θε­ώ­ρη­σε ὑ­πο­τι­μη­τι­κό, για­τί ἦ­ταν ἄν­θρω­πος ἄ­κα­κος, μί­α ἀ­λη­θι­νά με­γά­λη ψυ­χή.

Πάν­το­τε θερ­μός στήν πί­στη, κα­θο­δη­γοῦ­σε τό λα­ό του καί πρω­το­στα­τοῦ­σε σέ ἔρ­γα ἀ­γά­πης. Στή θέ­ση τοῦ «ἐ­γώ» εἶ­χε τό σύν­θη­μα: Ὅ­λα γιά τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ, ὅ­λα στήν ὑ­πη­ρε­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν ση­με­ρι­νή ἐ­πο­χή τῆς κρί­σης τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀ­ξι­ῶν, εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νά βα­δί­σου­με ὅ­λοι, κλη­ρι­κοί καί λα­ϊ­κοί, στά ἴ­δια μέ ἐ­κεί­νου ἴ­χνη. Νά μι­μη­θοῦ­με τήν ἀ­νε­κτι­κό­τη­τά του, νά ἀν­τι­γρά­ψου­με τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη του, νά προ­σπα­θή­σου­με νά ἐ­φαρ­μό­σου­με τή συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τά του, νά ἀ­κο­λου­θή­σου­με τό πνεῦ­μα τῆς θυ­σί­ας καί τῆς αὐ­τα­παρ­νή­σε­ώς του.

Ἀ­γα­πη­τοί μου, μο­νάχα οἱ ἀ­λη­θι­νά πνευ­μα­τι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες μπο­ροῦν νά δι­α­δρα­μα­τί­σουν κα­θο­δη­γη­τι­κό ρό­λο, νά γί­νουν οἱ μπρο­στά­ρη­δες σέ μί­α κοι­νω­νί­α πού πα­ρα­παί­ει ἀ­πό ἔλ­λει­ψη προ­σα­να­το­λι­σμοῦ καί ἠ­θι­κῶν προ­τύ­πων. Καί τό βά­ρος αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­στο­λῆς πέ­φτει σέ ὅ­λους μας καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στό φυ­τώ­ριο πού λέ­γε­ται Χρι­στι­α­νι­κή οἰ­κο­γέ­νεια. Ἐ­κεῖ μέ­σα θά βλα­στή­σουν αὔ­ριο τά μυ­ρί­πνο­α ἄν­θη τῆς ἀ­ρε­τῆς. Ἀρ­κεῖ νά βρε­θοῦν μη­τέ­ρες σάν τήν ἁ­γί­α Νόν­να, τή μη­τέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου, πού θά προ­σα­να­το­λί­ζουν τίς νέ­ες ψυ­χές πρός τά ἄ­νω, πρός τόν Σω­τή­ρα μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: