Ἀπολυτίκιον, τῆς Πεντηκοστῆς Ἦχος πλ. δ' Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

17 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016 - Κυ­ρια­κή ΙΒ΄ Λου­κᾶ (Τῶν δέ­κα λε­πρῶν)

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 3
Κυ­ρια­κή ΙΒ΄ Λου­κᾶ (Τῶν δέ­κα λε­πρῶν)
17 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016
(Λουκ. ιζ´ 12-19)

Τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο ποὺ ἀ­κού­σα­με σή­με­ρα, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, μι­λά­ει γιὰ ἕ­να θαῦ­μα ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Χρι­στὸς βρι­σκό­με­νος κον­τὰ σὲ ἕ­να χω­ριὸ με­τα­ξὺ τῶν συ­νό­ρων τῆς Σα­μά­ρειας καὶ τῆς Γα­λι­λαί­ας. Τὸ θαῦ­μα αὐ­τὸ κα­τέ­γρα­ψε μό­νο ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς ποὺ ὡς για­τρὸς συγ­κρά­τη­σε στὴ μνή­μη του, καὶ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α θαύ­μα­τα ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Κύ­ριος λί­γο πρὶν μπεῖ στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καὶ ὑ­πο­στεῖ τὸ «ἐ­κού­σιον πά­θος».

Τὸν Χρι­στὸ συ­ναν­τοῦν δέ­κα ἄν­θρω­ποι ποὺ πάσχουν ἀ­πὸ τὴ φο­βε­ρὴ τό­τε ἀ­σθέ­νεια τῆς λέ­πρας. Πρό­κει­ται γιὰ μί­α βα­σα­νι­στι­κὴ ἀρ­ρώ­στια ποὺ ἀλ­λοί­ω­νε τὸ σῶ­μα, ἄλ­λα­ζε καὶ πα­ρα­μόρ­φω­νε τὸ πρό­σω­πο, καὶ μό­λις κά­ποι­ος πα­ρου­σί­α­ζε τέ­τοι­α συμ­πτώ­μα­τα, τὸν ἀ­πο­μό­νω­ναν καὶ τὸν ὁ­δη­γοῦ­σαν σὲ τό­πο ἐ­ξο­ρί­ας καὶ μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς ὑ­γι­εῖς ἀν­θρώ­πους. Αὐ­τὸς ἦ­ταν καὶ ὁ λό­γος ποὺ οἱ δέ­κα αὐ­τοὶ ἄν­θρω­ποι στά­θη­καν «πόρ­ρω­θεν», δη­λα­δὴ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν μὲ ὅ­λη τὴν δύ­να­μη τῆς φω­νῆς τους· «Ἰ­η­σοῦ ἐ­πι­στά­τα, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς».

Οἱ φω­νὲς καὶ οἱ ἱ­κε­σί­ες τους βρῆ­καν ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ ἀν­τα­πό­κρι­ση. Τοὺς κα­λεῖ νὰ πο­ρευ­θοῦν πρὸς τοὺς ἱ­ε­ρεῖς τους καὶ νὰ δεί­ξουν τὰ σώ­μα­τά τους. Για­τί, ὅ­πως ὅ­ρι­ζε ὁ Μω­σα­ϊ­κὸς νό­μος, ἐ­κεῖ­νοι ἔ­πρε­πε νὰ βε­βαι­ώ­σουν ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ θε­ρα­πεύ­θη­καν ἀ­πὸ τὴν λέ­πρα. Καὶ οἱ δέ­κα λε­προὶ ὑ­πα­κού­ουν στὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Χρι­στοῦ καί, πρὶν πα­ρου­σια­στοῦν στοὺς ἱ­ε­ρεῖς, ἔ­χουν ἤ­δη θε­ρα­πευ­τεῖ.

Τὴν εὐ­ερ­γε­σί­α ὅ­μως αὐ­τὴ τοῦ Θε­οῦ τὴν ἐ­κτί­μη­σε μό­νο ὁ ἕ­νας καὶ γύ­ρι­σε καὶ Τὸν εὐ­χα­ρί­στη­σε. Καὶ μά­λι­στα αὐ­τὸς ὁ ἕ­νας δὲν ἦ­ταν Ἰ­ου­δαῖ­ος ὅ­πως οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐν­νέ­α, δηλ. ἀ­πό­γο­νος τοῦ Ἀ­βρα­ὰμ καὶ πι­στὸς τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ Σα­μα­ρεί­της, φυ­λε­τι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­να γέ­νος ποὺ ἦ­ταν θρη­σκευ­τι­κὸ μεῖγ­μα Ἰ­ου­δα­ϊ­σμοῦ καὶ εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας. Καὶ ὅ­μως αὐ­τὸς μό­νο γύ­ρι­σε νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὸ Θε­ό. Καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ Χρι­στὸς ἐ­ξέ­φρα­σε τὸ πα­ρά­πο­νό Του: «οὐ­χὶ οἱ δέ­κα ἐ­κα­θα­ρί­σθη­σαν; οἱ δὲ ἐν­νέ­α ποῦ;».

Ἡ πί­στη τῶν ἐν­νέ­α λε­πρῶν, ὅ­πως φά­νη­κε ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων, ἦ­ταν ἐ­πι­φα­νεια­κή, ρη­χή, χω­ρὶς ρί­ζες καὶ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α καὶ ἡ ἀ­γνω­μο­σύ­νη ἦ­ταν τὰ βα­σι­κό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς τους· τί εἶ­ναι ὅ­μως ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α καὶ πῶς φαί­νε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρά μας;

Ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α πη­γά­ζει ἀ­πὸ μί­α ψυ­χὴ ἐ­γω­ϊ­στι­κὴ. Ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­ταν ἔ­χει συ­νη­θί­σει νὰ γί­νε­ται τὸ κέν­τρο τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, πο­τὲ δὲν αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι οἱ εὐ­ερ­γε­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες τῶν ἄλ­λων ἀ­πο­τε­λοῦν εὐ­ερ­γε­σί­α, ἀλ­λὰ τὶς θε­ω­ρεῖ ἁ­πλῶς κα­θῆ­κον. Ἔ­τσι λοι­πόν, φτά­νει ὁ ἄν­θρω­πος στὸ ὁ­δυ­νη­ρὸ ση­μεῖ­ο νὰ μὴν εὐ­χα­ρι­στεῖ οὔ­τε τὸν ἴ­διο τὸ Θε­ό, ἀλ­λὰ πολ­λὲς φο­ρὲς καὶ νὰ Τὸν ὑ­βρί­ζει, ξε­χνῶν­τας τὶς ποι­κί­λες καὶ σω­τή­ρι­ες εὐ­ερ­γε­σί­ες Του.

Ἡ ρί­ζα λοι­πὸν τῆς ἀ­γνω­μο­σύ­νης εἶ­ναι ὁ ἐ­γω­ι­σμός. Ὁ ἐ­γω­ι­στὴς ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ρευ­νή­σει τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ του κό­σμο, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔλθει σὲ αὐ­το­γνω­σί­α καὶ νὰ δεῖ ποι­ὸς εἶ­ναι. Ἔ­χει φτιά­ξει ἕ­να ψεύ­τι­κο εἴ­δω­λο καὶ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους τοὺς θε­ω­ρεῖ ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νους νὰ τὸν ὑ­πη­ρε­τοῦν. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ αἰ­σθά­νε­ται εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος;

Ἄς ἔλθου­με ὅ­μως, ἀ­γα­πη­τοὶ μου, καὶ στὸν Σα­μα­ρεί­τη τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς. Ἐ­κεῖ­νος εὐ­χα­ρί­στη­σε τὸν Χρι­στὸ γιὰ τὴν θε­ρα­πεί­α του καὶ ὁ Θε­ὸς δὲν τὸν θε­ρά­πευ­σε μό­νο ἀ­πὸ τὴν σω­μα­τι­κὴ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴν ψυ­χι­κὴ λέ­πρα, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἁ­μαρ­τί­α.

Κά­θε ἄν­θρω­πος ποὺ εἶ­ναι εὐ­γνώ­μων, εὐ­χα­ρι­στεῖ κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν Θε­ὸ γιὰ τὶς πολ­λα­πλὲς εὐ­ερ­γε­σί­ες Του. Δὲν ξε­χνᾶ τὴν εὐ­ερ­γε­σί­α καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ τὴν ἀν­τα­πο­δώ­σει μὲ ὅ­ποι­ο τρό­πο μπο­ρεῖ. Ἐ­μεῖς ποὺ δε­χό­μα­στε κα­θη­με­ρι­νὰ τὶς εὐ­ερ­γε­σί­ες Του Τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με; Ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τὸ ὅ­τι καὶ ποὺ ζοῦ­με εἶ­ναι ἔρ­γο τῆς πρό­νοι­ας καὶ τῆς ἀ­γά­πης Του;

Ἔ­χου­με χρέ­ος νὰ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τὸν Θε­ὸ ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο «πᾶ­σα δό­σις ἀ­γα­θὴ καὶ πᾶν δώ­ρη­μα τέ­λει­ον ἄ­νω­θέν ἐ­στι κα­τα­βαῖ­νον». Τὸ κα­θῆ­κον αὐ­τὸ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει καὶ ὁ ἀ­πό­στο­λος τῶν ἐ­θνῶν Παῦ­λος γρά­φον­τας: «Εὐ­χα­ρι­στοῦν­τες πάν­το­τε καὶ ὑ­πὲρ πάντων τῷ Θε­ῷ καὶ πα­τρὶ».

Ἄν θέ­λου­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Χρι­στὸς καὶ οἱ Ἅ­γιοί μας θὰ πρέ­πει νὰ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τὸν Θε­ὸ ὄ­χι μό­νο γιὰ τὶς εὐ­ερ­γε­σί­ες Του, ἀλ­λὰ καὶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ μᾶς φαί­νον­ται ὡς δο­κι­μα­σί­ες. Οἱ θλί­ψεις, οἱ πό­νοι, οἱ ἀ­σθέ­νει­ες εἶ­ναι εὐ­ερ­γε­σί­ες τοῦ Θε­οῦ, ἐ­πι­σκέ­ψεις τῆς ἀ­γά­πης Του ποὺ μᾶς παι­δα­γω­γοῦν καὶ μᾶς ὁ­δη­γοῦν στὴν σω­τη­ρί­α. Ἄς ἀ­να­φω­νοῦ­με καὶ ἐ­μεῖς ἐ­κεῖ­νο ποὺ στὶς δύ­σκο­λες στιγ­μές του ἔ­λε­γε ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος: «Δό­ξα τῷ Θε­ῷ πάν­των ἔ­νε­κεν».

Ἀ­γα­πη­τοί μου, ἀ­πὸ τοὺς δέ­κα θε­ρα­πευ­θέν­τες λε­προὺς τῆς ση­με­ρι­νῆς πε­ρι­κο­πῆς μό­νο ἕ­νας γύ­ρι­σε καὶ εὐ­χα­ρί­στη­σε τὸν Χρι­στό. Αὐ­τὸ μᾶς δεί­χνει πό­σο δύ­σκο­λο πρᾶγ­μα εἶ­ναι ἡ εὐ­γνω­μο­σύ­νη. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ δοῦ­με τὸ κα­λὸ ποὺ μᾶς ἔ­κα­νε ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι ὁ ἐ­γω­ι­σμός. Γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὴν εὐ­γνω­μο­σύ­νη μας πρέ­πει νὰ τα­πει­νω­θοῦ­με. Ἄς εἴ­μα­στε πάν­το­τε τα­πει­νοὶ καὶ εὐ­γνώ­μο­νες πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ πα­τέ­ρα μας ἀλ­λὰ καὶ στοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: