Ἀπολυτίκιον, τῆς Πεντηκοστῆς Ἦχος πλ. δ' Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

3 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016 - Κυ­ρια­κὴ πρὸ τῶν Φώ­των

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 1
Κυ­ρια­κὴ πρὸ τῶν Φώ­των
3 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016
(Μάρκ. α΄, 1-8)

Ἡ ση­με­ρι­νὴ Κυ­ρια­κή, ἀ­γα­πη­τοὶ ἐν Κυ­ρί­ῳ ἀ­δελ­φοί, εἶ­ναι ἡ Κυ­ρια­κὴ πρὸ τῶν Φώ­των. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ δι­α­βά­σα­με τὴν εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή, ποὺ μό­λις ἀ­κού­σα­με, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ Βά­πτι­ση τοῦ Κυ­ρί­ου.

Αὐ­τή ἡ πε­ρι­κο­πὴ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν ἀρ­χὴ τοῦ κα­τὰ Μᾶρ­κον Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο αὐ­τό, ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται τὸ πρῶ­το χρο­νο­λο­γι­κὰ ποὺ γρά­φτη­κε, πα­ρα­λεί­πον­τας τὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὴ Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ μας, ἀρ­χί­ζει τὴ δι­ή­γη­ση ἀ­πὸ τὸ κή­ρυγ­μα καὶ τὸ βά­πτι­σμα τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Προ­δρό­μου, κα­θὼς καὶ τὴ Βά­πτι­ση τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ πῶς ἀρ­χί­ζει; «Ἀρ­χὴ τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ». Τού­τη ἡ μι­κρὴ φρά­ση συ­νο­ψί­ζει τὸ ὅ­λο σω­τή­ριο ἔρ­γο τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ. Εὐ­αγ­γέ­λιο θὰ πεῖ ἡ κα­λὴ, χαρ­μό­συ­νη ἀγ­γε­λί­α, τὸ εὐ­φρό­συ­νο μή­νυ­μα, τὸ μό­νο χα­ρο­ποι­ὸ μή­νυ­μα, ὅ­τι ὁ Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πὸ ἄ­κρα ἀ­γά­πη στὸ πλά­σμα Του, ποὺ ἔ­πε­σε στὴν ἁ­μαρ­τί­α τῆς πα­ρα­κο­ῆς τοῦ θεί­ου θε­λή­μα­τος καὶ ἐ­ξο­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸν πα­ρά­δει­σο σὲ τού­τη τὴ γῆ τοῦ κλαυθ­μῶ­νος, ὑ­πέ­πε­σε δὲ στὴ φθο­ρὰ καὶ τὸν θά­να­το, ἦλ­θε στὴ γῆ, ἔ­λα­βε σάρ­κα καὶ ψυ­χὴ ἀν­θρώ­πι­νη, προ­σέ­λα­βε ὅ­λη τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, γιὰ νὰ τὴν ἁ­γιά­σει, νὰ τὴ θε­ώ­σει.

Καί, ὅ­πως κα­τὰ και­ροὺς εἶ­χε στεί­λει στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης δί­και­ους καὶ προ­φῆ­τες, ἀ­πέ­στει­λε «πρὸ προ­σώ­που αὐ­τοῦ» τὸν ἔν­σαρ­κο ἄγ­γε­λό Του, δηλ. ἀγ­γε­λι­α­φό­ρο, τὸν Ἰ­ω­άν­νη τὸν Πρό­δρο­μο, ποὺ μὲ τὸ κή­ρυγ­μά του καὶ τὸ βά­πτι­σμά του προ­ε­τοί­μα­σε τὸν δρό­μο γιὰ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τῆς τε­λει­ό­τη­τος, τὴ ζω­ὴ τῆς χά­ρι­τος, ποὺ ἐ­πρό­κει­το σύν­το­μα νὰ κη­ρύ­ξει ὁ Κύ­ριος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός.

Με­τὰ λοι­πὸν ἀ­πὸ μί­α ἰ­σάγ­γε­λη ζω­ὴ τριά­ντα τό­σων χρό­νων στὴν ἔ­ρη­μο τοῦ Ἰ­ορ­δά­νη, ὑ­πα­κού­ον­τας σὲ θε­ϊ­κὴ προ­στα­γὴ ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀρ­χι­ε­ρέ­α Ζα­χα­ρί­α καὶ τῆς Ἐ­λι­σά­βετ, ἔρ­χε­ται στὰ πε­ρί­χω­ρα τοῦ Ἰ­ορ­δά­νη πο­τα­μοῦ, γιὰ νὰ κη­ρύ­ξει βά­πτι­σμα με­τα­νοί­ας.

Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὑ­πῆρ­ξε ὁ πρῶ­τος ἀ­σκη­τὴς τῆς ἐ­πο­χῆς τῆς χά­ρι­τος, τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, καὶ ἔ­γι­νε ὁ μέ­γι­στος τῶν προ­φη­τῶν καὶ εὔ­λο­γα κα­τέ­στη ὁ προ­στά­της καὶ ἀρ­χη­γὸς τοῦ τάγ­μα­τος τῶν μο­να­χῶν. Καὶ τί κή­ρυσ­σε ὁ Τί­μιος Πρό­δρο­μος; Δύ­ο με­γά­λα πράγ­μα­τα: Τὴ με­τά­νοι­α καὶ τὴν πί­στη στὴν ἐ­πι­κεί­με­νη τό­τε ἔ­λευ­ση τοῦ Λυ­τρω­τῆ Ἰ­η­σοῦ. Βλέ­πον­τας οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πε­ρι­ο­χῆς ὅ­λης τῆς Ἰ­ου­δαί­ας καὶ τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων τὴν ἰ­σάγ­γε­λη βι­ο­τή του, ἔ­τρε­χαν δι­ψα­σμέ­νοι γιὰ λό­γο Θε­οῦ σ᾿ αὐ­τόν. Κι ἀ­κού­γον­τας τὸ πύ­ρι­νο ἐ­κεῖ­νο καὶ οὐ­ρά­νιο κή­ρυγ­μα τῆς με­τά­νοι­ας, ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ταν δη­μό­σια ὁ κα­θέ­νας τὶς ἁ­μαρ­τί­ες του καὶ βα­πτί­ζον­ταν ἀπ᾿ αὐ­τὸν στὸν Ἰ­ορ­δά­νη, σὰν σύμ­βο­λο τῆς ἄ­φε­σης, τῆς συγ­χώ­ρη­σής τους. 

Κι ἐ­πει­δὴ ὁ­ρι­σμέ­νοι θε­ω­ροῦ­σαν, πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ ἀ­να­με­νό­με­νος Μεσ­σί­ας, κή­ρυσ­σε ξε­κά­θα­ρα ὁ θεῖ­ος Βα­πτι­στής καὶ μὲ κά­θε τα­πεί­νω­ση: «Ἐ­γὼ κά­νω τὸ ἔρ­γο, ποὺ μὲ πρό­στα­ξε ὁ Θε­ός, μὰ δέν εἶ­μαι τί­πο­τα. Ἔρ­χε­ται σύν­το­μα ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρός μου, ὁ σαρ­κω­μέ­νος Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, τοῦ ὁ­ποί­ου δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σκύ­ψω καὶ νὰ λύ­σω τὰ ράμ­μα­τα τῶν ὑ­πο­δη­μά­των του. Ἐ­γὼ σᾶς βα­πτί­ζω στὸ νε­ρὸ συμ­βο­λι­κά. Αὐ­τὸς θὰ σᾶς βα­πτί­σει μὲ τὸ Μυ­στή­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος ποὺ θὰ δω­ρή­σει τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος».

Ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἡ μορ­φή, ἡ βι­ο­τὴ καὶ τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Προ­δρό­μου Ἰ­ω­άν­νου ἔ­χουν πολ­λὰ νὰ μᾶς εἰ­ποῦν καὶ ἐ­μᾶς σή­με­ρα, ὄ­χι μό­νο ἐ­νό­ψει τῆς ἑ­ορ­τῆς τῆς Βά­πτι­σης τοῦ Κυ­ρί­ου, ἀλ­λὰ γιὰ ὅ­λη μας τὴ ζω­ή. Κα­λού­μα­στε νὰ μι­μη­θοῦ­με, ἔ­στω λί­γο, τὸ κα­τὰ δύ­να­μη ὁ κα­θέ­νας, τὴν ἐ­νά­ρε­τή του πο­λι­τεί­α, τὴν ἄ­σκη­σή του, τὴν ἀ­γά­πη στὸν Θε­ὸ καὶ τὴν ὑ­πα­κο­ὴ στὸ θέ­λη­μά Του. Τὸ κή­ρυγ­μα τῆς με­τά­νοι­ας πα­ρα­μέ­νει ζων­τα­νὸ στοὺς αἰ­ῶ­νες: «Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν.» Αὐ­τό, ποὺ ζη­τεῖ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ὁ Θε­ός, ἀ­δελ­φοί, εἶ­ναι με­τά­νοι­α, ἀλ­λα­γὴ δηλ. καὶ δι­όρ­θω­ση τοῦ νοῦ, τοῦ φρο­νή­μα­τος, τῆς ζω­ῆς μας.

Μό­νο μὲ τὸν τρό­πο τοῦ­το, τὴν ὁ­λό­ψυ­χη δηλ. με­τά­νοι­ά μας ὡς προ­σώ­πων, ὡς κοι­νω­νί­ας, ὡς ἔ­θνους, θὰ ἑλ­κύ­σου­με τὴ Χά­ρη τοῦ Φι­λάν­θρω­που Θε­οῦ, ποὺ εἶ­ναι εὔ­σπλαγ­χνος καὶ ἐ­λε­ή­μων. Καὶ οἱ ὅ­ποι­ες ση­με­ρι­νὲς κρί­σεις εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς μας κρί­σης. Ἀλ­λά, νὰ ἔ­χου­με πί­στη, ἐλ­πί­δα καὶ θάρ­ρος. Ὁ Θε­ός, ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε γιὰ τὸ κα­λὸ καὶ συμ­φέ­ρον μας τὶς ση­με­ρι­νὲς δο­κι­μα­σί­ες, δὲν μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Κι ὅ­πως μᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε, θὰ τη­ρή­σει τὸν λό­γο Του: «Ζη­τεῖ­τε πρῶ­τον τὴν βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ, καὶ ταῦ­τα πάν­τα προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν.» Ὅ­ταν ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε νὰ κά­νου­με τὸ θέ­λη­μά Του καὶ ἔ­χου­με με­τά­νοι­α, καὶ ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ καὶ ἡ ἐ­θνι­κὴ καὶ ἡ ὅ­ποι­α ἄλ­λη κρί­ση θὰ πα­ρέλ­θουν. Καὶ θὰ ἀ­ξι­ω­θοῦ­με νὰ δι­έλ­θου­με καὶ τού­τη τὴν πρό­σκαι­ρη ζω­ὴ μὲ εὐ­λο­γί­α καὶ εἰ­ρή­νη καὶ νὰ εἰ­σέλ­θου­με στὴν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ μό­νι­μη καὶ αἰ­ώ­νια ζω­ή, χά­ρι­τι καὶ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ ἐν Τριά­δι Θε­οῦ, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει δό­ξα καὶ με­γα­λω­σύ­νη στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μήν!

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: