Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

24 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016 - Κυ­ρια­κή ΙΔ΄ Λου­κᾶ (Τοῦ τυ­φλοῦ)

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 4
24 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2016
Κυ­ρια­κή ΙΔ΄ Λου­κᾶ (Τοῦ τυ­φλοῦ)
(Λουκ. ι­η´ 35-43)

Στὸ ση­με­ρι­νό Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ὁ Χρι­στὸς βρί­σκε­ται γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ λί­γες ἡ­μέ­ρες πρὶν τὴν Σταύ­ρω­σή Του. ῾Ε­τοι­μά­ζε­ται νὰ ἀ­να­χω­ρή­σει. ῞Ε­να με­γά­λο πλῆ­θος ἀ­κο­λου­θεῖ τὸν Κύ­ριο. Μὲ με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κού­ουν τὴ δι­δα­σκα­λί­α Του. Τὴν ὡ­ραί­α ἀ­τμό­σφαι­ρα δι­α­τα­ράσ­σουν ὅ­μως οἱ δυ­να­τὲς κραυ­γές ἑ­νὸς τυ­φλοῦ.

῾Ο ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου καὶ ζη­τι­ά­νευ­ε. Ἡ σω­μα­τι­κὴ τύ­φλω­ση τὸν εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει στὸ κοι­νω­νι­κὸ πε­ρι­θώ­ριο. Εἶ­χε πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες βρι­σκό­ταν στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, γνώ­ρι­ζε ὅ­τι εἶ­χε ἐ­πι­τε­λέ­σει πολ­λὰ θαύ­μα­τα, ἰ­δι­αι­τέ­ρως θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ἀρ­ρώ­στους. Ὁ τυ­φλὸς Βαρ­τί­μαι­ος (αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νο­μά του) θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι εἶ­χε μπρο­στά του τὴν μο­να­δι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ γι­α­τρευ­θεῖ καὶ ὅ­τι δὲν ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ἀ­φή­σει νὰ φύ­γει ἀ­νεκ­με­τάλ­λευ­τη. Τὸ πλῆ­θος τοῦ κό­σμου, ἡ ἱ­ε­ρό­τη­τα τῆς ὥ­ρας τῆς δι­δα­σκα­λί­ας, τὸ κῦ­ρος τοῦ Δι­δα­σκά­λου καὶ ἡ δι­κή του κοι­νω­νι­κὴ θέ­ση τὸν ἐμ­πό­δι­ζαν νὰ προ­σεγ­γί­σει τὸν Χρι­στό. Δὲν θὰ γι­νό­ταν ἀν­τι­λη­πτός, ἂν δὲν φώ­να­ζε μὲ δυ­να­τὲς φω­νές. Ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν μεσ­σι­α­νι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τα καὶ ζη­τεῖ τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Χρι­στοῦ. ῾Η ἄ­με­ση καὶ ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη τῆς ὑ­γεί­ας του καὶ ἡ ἔν­το­νη ἐ­πι­θυ­μί­α του νὰ γι­α­τρευ­θεῖ τὸν σπρώ­χνουν σὲ αὐ­τὴν τὴν θερ­μὴ ἱ­κε­σί­α.

Οἱ ἄν­θρω­ποι ὅ­μως ποὺ προ­πο­ρεύ­ον­ταν, ποὺ βρί­σκον­ταν γύ­ρω ἀ­π’ τὸν Χρι­στὸ καὶ θαύ­μα­ζαν τὴν δι­δα­σκα­λί­α Του, ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­π’ τὶς φω­νὲς τοῦ τυ­φλοῦ καὶ τὸν ἐ­πέ­πλη­ξαν μὲ αὐ­στη­ρό­τη­τα. Ἀ­παί­τη­σαν ἀ­π’ τὸν τυ­φλὸ νὰ σι­ω­πή­σει καὶ νὰ μὴ δι­α­κό­πτει μὲ τὶς φω­νές του τὴν ὡ­ραί­α δι­δα­σκα­λί­α. Ἀ­κό­μη ἕ­να ἐμ­πό­διο πα­ρεμ­βάλ­λε­ται με­τα­ξὺ τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἀ­νάγ­κη καὶ τοῦ Θε­αν­θρώ­που.

Πολ­λὲς φο­ρὲς ἀρ­κε­τοὶ ἄν­θρω­ποι ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ γνω­ρί­σουν τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ ζή­σουν μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ὅ­μως ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση αὐ­τὴ δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται. Δὲν κα­τορ­θώ­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι νὰ ὑ­περ­νι­κή­σουν τὶς ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ἀμ­φι­βο­λί­ες τους. ῾Η ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν λο­γι­κὴ δὲν τοὺς ἀ­φή­νει νὰ πι­στεύ­σουν. Τὰ πά­θη καὶ οἱ πο­κί­λες ἐ­ξαρ­τή­σεις τῆς ἁ­μαρ­τί­ας τοὺς κρα­τοῦν αἰχ­μα­λώ­τους. Καὶ δυ­στυ­χῶς δὲν εἶ­ναι μό­νο ἡ πε­ριρ­ρέ­ου­σα κοι­νω­νι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα, ὁ κό­σμος ποὺ ζεῖ μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν Θε­ό. Εἶ­ναι ἀ­να­με­νό­με­νο ὅ­τι ὅ­λοι αὐ­τοὶ θέ­λουν νὰ ἀ­πο­τρέ­ψουν τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ἀ­π’ τὴν ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. ῾Υ­πάρ­χουν καὶ ἄν­θρω­ποι στὸν χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ποὺ δη­λώ­νουν ὅ­τι εἶ­ναι καὶ λέ­γον­ται Χρι­στια­νοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­μως σκαν­δα­λί­ζουν μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρά τους, τὴν ἀ­συ­νέ­πεια στὴ ζω­ή τους καὶ τὴν τυ­πο­λα­τρεί­α τους στὴ σχέ­ση τους μὲ τὸν Θε­ό. Ἀν­τὶ νὰ προσ-κα­λοῦν καὶ νὰ προ­σελ­κύ­ουν στὴν ζω­ὴ τῆς πί­στε­ως μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, αὐ­τοὶ ἀ­πω­θοῦν καὶ σκαν­δα­λί­ζουν.

῾Ο τυ­φλὸς ὅ­μως δὲν ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­ται καὶ δὲν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νε­ται. Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­νά­ζει μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση. Ἐ­πι­μέ­νει καὶ πα­ρα­κάμ­πτει τὰ ἐμ­πό­δια. ῾Η στά­ση αὐ­τὴ μᾶς δι­δά­σκει ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ μὲ εἰ­λι­κρί­νεια καὶ πραγ­μα­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ό, θὰ ὑ­περ­νι­κή­σει ὅ­λες τὶς δυ­σκο­λί­ες. Καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς ἐ­πι­βρα­βεύ­ει τὴν ἐ­πι­μο­νὴ τοῦ τυ­φλοῦ καὶ ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στὶς ἱ­κε­σί­ες του.

Δι­έ­κο­ψε γιὰ λί­γο τὴν δι­δα­σκα­λί­α Του, γιὰ νὰ ἀ­πευ­θύ­νει στὸν τυ­φλὸ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση τί ἀ­κρι­βῶς θὰ πε­ρί­με­νε ἀ­π’ Αὐ­τόν. Μί­α ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ σὲ μᾶς ἴ­σως φαί­νε­ται πε­ριτ­τή, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι φυ­σι­κὸ ἕ­νας ἄρ­ρω­στος νὰ ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἀ­πο­κτή­σει τὴν ὑ­γεί­α του.῾Η ἀ­πάν­τη­ση τοῦ τυ­φλοῦ ὅ­τι θέ­λει νὰ δεῖ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς ὑ­γεί­ας τὸν ὠ­θεῖ σὲ αὐ­τὴν τὴν ἔν­το­νη ἱ­κε­σί­α. Μί­α ἀ­νάγ­κη ἄ­με­ση καὶ ἐ­πεί­γου­σα, ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἐ­πει­δὴ ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­π’ τὶς σω­μα­τι­κὲς αἰ­σθή­σεις. Οἱ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι ποὺ πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ καὶ θαύ­μα­ζαν τὴ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Χρι­στοῦ, εἶ­χαν θε­ω­ρη­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, θρη­σκευ­τι­κὴ πε­ρι­έρ­γεια μᾶλ­λον, πα­ρὰ ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­να­ζή­τη­ση.

῾Ο Χρι­στὸς ἔ­στρε­ψε τὴν προ­σο­χή Του στὸν τυ­φλό, τὸ θαῦ­μα πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­μέ­σως καὶ ἡ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ἄλ­λα­ξε. Μέ­σα σὲ συγ­κεν­τρω­μέ­νο πλῆ­θος ἐ­κτὸς ἀ­π’ τὸν τυ­φλὸ Βαρ­τί­μαι­ο βρέ­θη­καν τό­σο ὁ ἀρ­χι­τε­λώ­νης Ζακ­χαῖ­ος λί­γο πρὶν στὴν ἴ­δια πό­λη (τὴν Ἱ­ε­ρι­χώ) ὅ­σο καὶ ἡ αἱ­μορ­ρο­οῦ­σα στὴν Κα­περ­να­ούμ. Σ’ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς πε­ρι­πτώ­σεις, μέ­σα στὸ πλῆ­θος μό­νο αὐ­τοὶ οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι κρί­θη­καν κα­τάλ­λη­λοι νὰ λά­βουν τὴ εὐ­ερ­γε­σί­α ἀ­π’ τὸν Χρι­στό.

῾Ο Χρι­στὸς, ἀ­δελ­φοί μου, ἦλ­θε στὸν κό­σμο, γιὰ νὰ ἐγ­και­νιά­σει μί­α νέ­α ζω­ὴ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο. Ὄ­χι γιὰ νὰ δι­α­τυ­πώ­σει ἁ­πλῶς ὡ­ραῖ­ες ἰ­δέ­ες. Καὶ ἄλ­λοι ἔ­χουν δι­α­κη­ρύ­ξει σο­φὲς σκέ­ψεις. Καὶ σή­με­ρα ἐ­μεῖς δι­α­νύ­ου­με μί­α πε­ρί­ο­δο κρί­σε­ως, ἀλ­λὰ δὲν με­τα­νο­οῦ­με. Δὲν ζη­τοῦ­με ἀ­π’ τὸν Χρι­στὸ λύ­σεις στὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Μό­νο ἀ­κα­τά­σχε­τες συ­ζη­τή­σεις γί­νον­ται, ἀλ­λὰ κα­νέ­να οὐ­σι­α­στι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα δὲν ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται. ῾Ο τυ­φλὸς τῆς Ἱ­ε­ρι­χοῦς ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ, πα­ρέ­καμ­ψε μὲ θάρ­ρος ὅ­λα τὰ ἐμ­πό­δια καὶ ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ ζή­σει τὸ θαῦ­μα. Ἄς τὸν μι­μη­θοῦ­με καὶ ἐ­μεῖς. Ἀ­μήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: