Ὁ κορυφαῖος τῶν ὑμνογράφων τῆς Ἐκκλησίας μας, ποιητὴς τῶν Κοντακίων καὶ διάκονος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βηρυτοῦ, γεννήθηκε στὴν Ἔμεσσαν, πόλη τῆς Συρίας. Ἤκμασε κατὰ τὸν Στ´ αἰώνα, τόν χρυσοῦν αἰώνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας. Ἡ γονιμότητα τοῦ Ρωμανοῦ ὑπῆρξε ἀνεξάντλητη, γιατὶ ἐξύμνησε ὅλες σχεδὸν τὶς ἑορτὲς τοῦ ἔτους καὶ πολλὲς τῶν ἁγίων.
Ὁ Ρωμανὸς εἶναι μέχρι σήμερα τὸ ἀντικείμενο τῆς μελέτης καὶ ἔρευνας πολλῶν σοφῶν τῆς Ἑσπερίας, Ἰταλῶν, Γάλλων, Ἄγγλων καὶ κυρίως Γερμανῶν. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τὸν ἀποκαλεῖ «νέο Πίνδαρο», καὶ ἄλλος ἕνας «τὸν μέγιστο ἐκκλησιαστικὸ ποιητὴ τοῦ κόσμου».
Ἀπὸ τὴν Συρία ἦλθε στὴν Κων/πολη, στὴν μονὴ τῆς Θεοτόκου τοῦ Κύρου, γιὰ νὰ σπουδάσῃ. Λέγεται ὅτι κατὰ τὴν νύκτα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἔτυχε νὰ κοιμηθῇ πλησίον τοῦ ἄμβωνα. Τότε ἐμφανίσθηκε σ᾽ αὐτόν ἡ Θεοτόκος, καὶ τοῦ ἐπέδωσε εἰλιγμένο χαρτὶ («κόντος» καὶ «κοντάκιον»), τὸ ὁποῖο ἀφοῦ ἔφαγε ἀμέσως ἀξιώθηκε τοῦ χαρίσματος, δηλαδὴ ἔγινε μουσικὸς καὶ καλλίφωνος, ἑνῶ ὁ ἴδιος ἦταν ἄμουσος παντελῶς καὶ ἀηδὴς κατὰ τὴν φωνή.









